Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Περί φορολογικού συστήματος και δημοσίων εσόδων, στην εποχή των μνημονίων

-->
Περί φορολογικού συστήματος και δημοσίων εσόδων,  στην εποχή των μνημονίων

του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*  30/12/2012

Με το υπό ψήφιση φορολογικό νομοσχέδιο η κυβέρνηση, στα πλαίσια υπεράσπισης των μνημονίων και των συμφερόντων των δανειστών, επιδιώκει την φορολογική επιδρομή στα εισοδήματα μισθωτών, συνταξιούχων και ευρέων λαϊκών μαζών που έρχεται να συμπληρώσει την άγρια περικοπή μισθών, συντάξεων και κοινωνιών παροχών. Με αυτόν τον τρόπο εξυπηρετείται ο κύριος στόχος των μνημονίων, που δεν είναι άλλος από την τεράστια επιχειρούμενη αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ των υψηλών εισοδηματικών τάξεων, υπερασπίζοντας τα οικονομικά και άλλα συμφέροντα των εγχώριων και υπερεθνικών ευρωπαϊκών νεοφιλελεύθερων ελίτ.  Αποδεικνύει έτσι την αδιαφορία της, για την διάλυση της όποιας κοινωνικής συνοχής και την αποσάθρωση της κοινωνίας, που έχουν προκληθεί από την πελώρια ύφεση και ανεργία, την διάλυση του εθνικού συστήματος υγείας και κοινωνικού κράτους πρόνοιας, την μαζική φτωχοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, την τεράστια αύξηση των αυτοκτονιών κλπ. Είναι γνωστό ότι το φορολογικό μας σύστημα, θεωρείται από τα πλέον παρωχημένα, αντιπαραγωγικά και άδικα σε επίπεδο ΕΕ, από άποψη απόδοσης και αναπτυξιακής προοπτικής. Τα φορολογικά έσοδά μας, υπολείπονται του μέσου όρου της ΕΕ κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ  και με σχέση αμέσων / εμμέσων φόρων αντίστροφο των ισχυόντων στην ΕΕ, λόγω της τεράστιας φοροδιαφυγής – φοροαποφυγής και εκτεταμένης διαφθοράς. Δεν μπορεί βέβαια να ισχυρισθεί κάποιος ότι τα ισχύοντα, στην συντριπτική πλειοψηφία των χωρών της ΕΕ, φορολογικά συστήματα διεκδικούν δάφνες φιλολαϊκότητας. Η υστέρηση αυτή των φορολογικών εσόδων, αποτελεί την ουσία της ύπαρξης των ελλειμμάτων και του χρέους, καθώς και των ανεπαρκών κοινωνικών δαπανών.
Ο μνημονιακός στόχος αυτού τον φορολογικού νομοσχεδίου, είναι η εισροή στα κρατικά ταμεία 3 περίπου δις ευρώ το 2013 και 7 δις ευρώ έως το 2016. Η στόχευσή του είναι, η πλειοψηφία των μισθωτών και συνταξιούχων, των μικρομεσαίων στρωμάτων των αυτοαπασχολούμενων, ελευθέρων εισοδηματιών, μικροεπιχειρηματιών και μικροϊδιοκτητών,  η μικρής κλίμακας γεωργική επιχείρηση καθώς και οι «ελαστικές» μορφές απασχόλησης των νεοεισερχόμενων στην αγορά εργασίας. Τα υψηλά εισοδήματα, οι μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις, οι πολυεθνικοί όμιλοι, οι μεγαλοϊδιοκτήτες, οι εφοπλιστές, οι τράπεζες, οι μεγαλοεισοδηματίες, η εκκλησία και λοιπές «αναξιοπαθούσες» ομάδες θα έχουν ουσιαστική ελάφρυνση της φορολογικής τους επιβάρυνσης αντί της φορολογικής τους επιβάρυνσης. Η πρωτοφανής, προκλητική και άνιση φορολογική επιβάρυνση, που θα πλήξει τα μικρά και μεσαία εισοδήματα της κοινωνίας, είναι σαφές ότι θα έχει ωφελημένους αυτούς που κατεξοχήν θεωρούνται από τους κύριους υπεύθυνους της παρούσας οικονομικής κρίσης.    
Οι σχεδιαζόμενες νέες φορολογικές ρυθμίσεις, θα επιβαρύνουν οικονομικά ακόμη περισσότερο τις αισθητά μειωμένες, από τις συνεχείς περικοπές, αποδοχές των μισθών και συντάξεων. Οι φορολογικοί συντελεστές θα μειωθούν σε τρεις από οκτώ που ήταν (22% για εισοδήματα έως 25.000 ευρώ, 32% έως 42.000 και 42% για τα άνω των 42.000 ευρώ εισοδήματα), ψαλιδίζοντας ακόμη περισσότερο την προοδευτικότητα στην φορολογική επιβάρυνση που πρέπει να διακρίνει μια δίκαιη άμεση φορολογία. Επιπλέον περικόπτονται δραστικά οι ισχύουσες φοροαπαλλαγές, για τις οικογένειες με παιδιά και οι δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και καταργείται η συντριπτική πλειοψηφία των ισχυουσών έως σήμερα φοροαπαλλαγών (τόκοι στεγαστικών δανείων, ασφάλιστρα ζωής, δαπάνες φροντιστηρίων κλπ). Είναι χαρακτηριστικό, ότι ενώ στην Γαλλία ο φορολογικός συντελεστής για εισοδήματα άνω των 1.000.000 ευρώ είναι 75%, στην Ελλάδα μειώνεται ακόμη περισσότερο από 45% σε 42%.  Άμεση επίπτωση αυτού του συστήματος, θα είναι η ελάφρυνση των υψηλών εισοδημάτων σε βάρος των μεσαίων. 
Κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα, για να γίνουν πρακτικά κατανοητά τα παραπάνω, είναι τα εξής. Μισθωτός με ετήσιο μικτό εισόδημα 30.000 θα πληρώσει αυξημένο φόρο το 2013, για τα εισοδήματα που απέκτησε το 2012 :
- 580 ευρώ χωρίς παιδί,
- 780 ευρώ νυμφευμένος με ένα παιδί,
- 660 ευρώ με 2 παιδιά,
- 884 ευρώ  με 3 παιδιά και
- 1.292 ευρώ  με 4 παιδιά.
Αν ο μισθωτός έχει ετήσιο μικτό εισόδημα 40.000 ευρώ, θα πληρώσει επιπλέον φόρο :
- 1.280 ευρώ χωρίς παιδί,
- 1.480 ευρώ με ένα παιδί,
- 1.680 ευρώ με δύο παιδιά,
- 2.064 ευρώ με τρία παιδιά και
- 3.132 ευρώ με τέσσερα παιδιά.
 Αν ένας μισθωτός με ετήσιο μικτό εισόδημα 100.000 ευρώ, έχει δύο παιδιά θα πληρώσει επιπλέον φόρο 3.280 ευρώ (35.300-32.020).
Η επιπλέον φορολογική επιβάρυνση, ως ποσοστό του ετήσιου μικτού εισοδήματος, με δύο παιδιά, είναι  στην πρώτη περίπτωση 22%, στην δεύτερη 42% και στην τρίτη 32,8%. Για τους νέους ως 25 ετών (όσους από αυτούς εργάζονται ακόμη σε συνθήκες τρομακτικής ανεργίας >50%), ισχύει η μείωση του κατώτατου μικτού μισθού σε 510 ευρώ από 562 ευρώ. Ακόμη για αυτούς που εμφανίζονται τυπικά ως τηρούντες βιβλία εσόδων-εξόδων, αλλά αμείβονται ουσιαστικά ως μισθωτοί για να φορολογηθούν ως τέτοιοι, θα πρέπει να έχουν εργασθεί σε 3 εργοδότες το πολύ έχοντας λάβει το 75% του δηλωθέντος εισοδήματός τους από έναν εργοδότη, ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση φορολογούνται με συντελεστή 26% από το πρώτο ευρώ. Το ισχύον αφορολόγητο όριο των 5.000 ευρώ, καταργείται και προβλέπεται επιστροφή φόρου 2.100 ευρώ για εισόδημα έως 21.000 ευρώ, που όμως μειώνεται βαθμιαία έως την ολοσχερή εξάλειψή της πάνω από ένα όριο.
Οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι μικρές επιχειρήσεις, φορολογούνται με συντελεστή 26% για τα εισοδήματα έως 50.000 ευρώ από το πρώτο ευρώ, ενώ για εισοδήματα άνω των 50.000 ο φορολογικός συντελεστής είναι 33%. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι ελεύθεροι επαγγελματίες με υψηλά εισοδήματα, θα πληρώσουν σημαντικότατα μειωμένους φόρους, λόγω μείωσης του ανώτατου φορολογικού συντελεστή από 45% σε 33%. Υπάρχει μεν πρόβλεψη για μείωση του φορολογικού συντελεστή στο 13% για τα τρία πρώτα έτη άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει αύξηση του «τέλους επιτηδεύματος» από 500 ευρώ σε 650 ευρώ για τους ελεύθερους επαγγελματίες και από 500 ευρώ σε 1.000 ευρώ για τις επιχειρήσεις. Επιβαρύνεται υπέρμετρα η μικρή ιδιοκτησία, με την θέσπιση της αυτοτελούς φορολόγησης των εισοδημάτων από ενοίκια με συντελεστή 10% έως 12.000 ευρώ και 33% άνω των 12.000 ευρώ. Ουσιαστικά ο φόρος για τα μικρά και μεσαία εισοδήματα αυξάνεται, ενώ υπάρχει ουσιαστική ελάφρυνση της μεγάλης ιδιοκτησίας που φορολογούνταν με συντελεστή 45% για ποσά άνω των 50.000 ευρώ και αντικαθίσταται με τον συντελεστή 33%. Ας λάβουμε ακόμη υπόψη το «ειδικό τέλος ηλεκτροδοτούμενων επιφανειών» (το γνωστό σε όλους μας χαράτσι), που εξακολουθεί ισχύον εισπραττόμενο από την ΔΕΗ. Ο φόρος μεταβίβασης ακινήτων συμπληρώνεται πλέον με φόρο υπεραξίας κατά την μεταβίβαση, όταν προκύπτει διαφορά στην τιμή μεταξύ αγοράς και πώλησης, λαμβανομένου υπόψη ενός συντελεστή παλαιότητας. Αυτός ο φόρος επεκτείνεται και στις δωρεές και γονικές παροχές, με εξαίρεση όμως των εταιρειών που πραγματοποιούν αγοραπωλησίες ακινήτων και των κερδών από πώληση ακινήτου ως πάγιου περιουσιακού στοιχείου ενός νομικού προσώπου (ΑΕ-ΕΠΕ κλπ).Ο ΦΑΠ εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, ενώ η ρύθμιση των θεμάτων φορολογίας της ακίνητης περιουσίας παραπέμπεται σε φορολογικό νομοσχέδιο που θα νομοθετηθεί την άνοιξη του 2013. Το εισόδημα από αγροτικές εκμεταλλεύσεις, το 2013 θα φορολογηθεί παρόμοια με το εισόδημα των μισθωτών. Από το 2014 προβλέπεται όμως, τήρηση βιβλίου εσόδων-εξόδων και φορολόγησή τους με συντελεστή 13%. Να επισημάνουμε ότι οι προβλέψεις του νέου μνημονίου, θα επιφέρουν συνολική μείωση του αγροτικού εισοδήματος μέσω μείωσης επιστροφής ΦΠΑ, μείωσης επιστροφής φόρου στο πετρέλαιο των αγροτικών μηχανημάτων, κατάργησης δώρων των συντάξεων, αύξησης των ασφαλιστικών εισφορών του ΟΓΑ, μείωσης κονδυλίου στήριξης νέων αγροτών κλπ., εκτιμωμένου ύψους 1 δις ευρώ.   
 Ο φορολογικός συντελεστής των εταιρειών που τηρούν πλήρες λογιστικό διπλογραφικό σύστημα συναλλαγών, αυξάνεται σε 26% από 20%, αλλά μειώνεται η φορολόγηση των διανεμόμενων κερδών – μερισμάτων σε 10% από 25%. Ως αποτέλεσμα επέρχεται στην πράξη, μείωση του μέσου συντελεστή φορολογικής τους επιβάρυνσης σε 32,8% από 40% από την 1/1/12013. Είναι προφανέστατη, η επιεικώς ευνοϊκότατη μεταχείριση των μεγάλων επιχειρήσεων ΑΕ και ΕΠΕ και των πολυεθνικών ομίλων. Για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (τράπεζες), προβλέπεται αναβολή του φόρου των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων τους (ενόψει  ανακεφαλαιοποίησης 48-50 δις ευρώ)  και συμψηφισμός των ζημιών που υπέστησαν από το PSI+ με μελλοντικά κέρδη τους, σε βάθος τριακονταετίας, εκτιμωμένου οφέλους πέριξ των 4,5 δις ευρώ. Το παγκόσμιας πρωτοτυπίας και χαριστικό καθεστώς φορολογικής ασυλίας του εφοπλιστικού κεφαλαίου, με δεκάδες απαλλαγών και ειδικών ρυθμίσεων, παραμένει αναλλοίωτο. Το 2010 το κράτος έβαλε στα κρατικά ταμεία το «ιλιγγιώδες» ποσό των 52 εκατομμυρίων ευρώ από την φορολόγηση των εφοπλιστών, όταν μόνο από την ανανέωση της πράσινης κάρτας των νόμιμων μεταναστών έλαβε 54 εκατομμύρια ευρώ. Διατηρείται ως έχει το ευνοϊκό καθεστώς φορολόγησης της ελληνικής Εκκλησίας, με ρυθμίσεις που μειώνουν νόμιμα το ύψος των φορολογητέων εσόδων της. Καταφανέστατα ωφελημένοι του «νέου» φορολογικού συστήματος άμεσης φορολογίας, είναι τμήματα της εγχώριας οικονομικής ελίτ όπως μεγαλοϊδιοκτήτες, μεγάλοι ελεύθεροι επαγγελματίες και εισοδηματίες, μεγάλες εταιρείες και πολυεθνικοί όμιλοι, τραπεζικά ιδρύματα, Εκκλησία κλπ.
Θεωρούμε ότι αυτό το φορολογικό σύστημα, παραβιάζει ουσιαστικά την θεμελιώδη συνταγματική επιταγή που προβλέπει ότι «όλοι οι έλληνες συνεισφέρουν στα φορολογικά βάρη ανάλογα με το εισόδημά τους». Προϋπόθεση υλοποίησης αυτής της συνταγματικής επιταγής είναι,   ο προσδιορισμός του φορολογητέου εισοδήματος, με καταγραφή του πλούτου από όλες τις πηγές και   ύπαρξη περιουσιολογίου και πραγματικού «πόθεν έσχες» και η ενιαία φορολογική επιβάρυνσή του με προοδευτική κλίμακα φορολόγησής. Για την φορολογική ανακούφιση των μικρών και μεσαίων εισοδημάτων, που επωμίζονται τις συνέπειες τις κρίσης ενώ δεν έχουν συντείνει στην δημιουργία της, απαιτείται η αντιστροφή της ισχύουσας σχέσης άμεσων/έμμεσων φόρων υπέρ των πρώτων (είναι γνωστό ότι η έμμεση φορολογία πλήττει τα μικρά και μεσαία εισοδήματα λειτουργώντας στην πράξη ως αντίστροφα προοδευτική),  η ισχυρή πολιτική βούληση για αποτελεσματική πάταξη της φοροδιαφυγής και φοροκλοπής και η κατάργηση της νόμιμης φοροαποφυγής, που με σκανδαλώδεις αντικοινωνικές ρυθμίσεις παρέχεται σε τμήματα του μεγάλου κεφαλαίου. Μία ανατρεπτική μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος προς δίκαιη κατεύθυνση, πρέπει να λαμβάνει υπόψη εκτός της απλότητας του, την διαφανή λειτουργία του, την αναπτυξιακή και ταμειακή του διάστασή και την κοινωνική δικαιοσύνη, μέσω της ορθής και δίκαιης κατανομής των φορολογικών βαρών. Η ανατροπή των αναποτελεσματικών και κραυγαλέα κοινωνικά άδικων μνημονίων και η διαγραφή του απεχθούς μέρους του χρέους (έχουμε αναφερθεί αναλυτικά σε προηγούμενα άρθρα μας),  αποτελεί την βασική και αναγκαία συνθήκη για την ύπαρξη ενός δίκαιου φορολογικού συστήματος.

* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων, email : nikokal02@yahoo.gr, website : www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Ώδινεν όρος και έτεκεν μυν – Σχετικά με την ‘συμφωνία’ της συνεδρίασης του Eurogroup της 27/11/2012


Ώδινεν όρος και έτεκεν μυν – Σχετικά με την ‘συμφωνία’ της συνεδρίασης του Eurogroup της 27/11/2012

 

του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*  2/12/2012

 

H ανάγκη δημιουργίας της ‘συμφωνίας’ της 27ης Νοεμβρίου 2012 για την υποτιθέμενη αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης, είναι ότι όλες οι προηγούμενες ‘συμφωνίες’ απέτυχαν γιατί επεδίωκαν εξωπραγματικούς στόχους πού ήταν στατιστικά απίθανο να επιτευχθούν. Βασική  προϋπόθεση για την ευόδωσή τους ήταν η επίτευξη από την Ελλάδα παγκόσμιων δημοσιονομικών και οικονομικών ρεκόρ, που προφανώς μόνο στην σφαίρα της φαντασίας ήταν δυνατό να γίνουν κατορθωτά. Η διαρκής λήψη μέτρων ακραίας λιτότητας και η ολοσχερής έλλειψη μέτρων ανάπτυξης, ως συνέπεια της εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων ‘μνημονίων’, οδήγησαν την Ελλάδα σε μια θεαματική μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος με συρρίκνωση όμως του ΑΕΠ της τουλάχιστον κατά 20%, από την αρχή της κρίσης. Ως αποτέλεσμα, επήλθε η κατάρρευση της οικονομίας και η καταγραφή αρνητικών παγκόσμιων ρεκόρ ύφεσης, οδηγώντας σε απώλεια μεγαλύτερη του 25% του ΑΕΠ με ανεργία που θα προσεγγίζει το 30% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού  στο τέλος του 2013. Η ‘συμφωνία’ αυτή προβλέπει ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος θα βρίσκεται το 2020 στο 124% και το 2022 στο 115% του ΑΕΠ της χώρας, που είναι τα υψηλότερα ποσοστά στην σύγχρονη ιστορία μας προ του 2010. Η Ελλάδα δηλαδή πρέπει αφενός να έχει μειώσει το δημόσιο χρέος κατά 40-50 δις ευρώ και να αυξήσει το ΑΕΠ κατά 50-60 δις, επιτυγχάνοντας πρωτογενή πλεονάσματα και ανάπτυξη μεγαλύτερα του 4,5% για κάθε έτος μετά το 2014. Με παγκόσμιο ρεκόρ ύφεσης το 2012, που αναμένεται να συνεχισθεί και το 2013, και απώλεια διεθνούς ανταγωνιστικότητας (δείκτης GSI) κατά 25 θέσεις από την αρχή της κρίσης,  πόσο στατιστικά πιθανό να συμβεί είναι αυτό;

Οι δανειστές της Ελλάδας αυτή την στιγμή (μη συνυπολογιζομένων των δανείων της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών) σε σύνολο δανείων 304 δις ευρώ είναι : ιδιώτες 63 δις, λοιποί πιστωτές 47 δις, διμερή δάνεια χωρών ευρωζώνης 53 δις, ΔΝΤ 22 δις, EFSF 74 δις, ΕΚΤ 45 δις. Η ‘συμφωνία’ της 27/11 προβλέπει :

α) την μείωση του επιτοκίου των διμερών δανείων 53 δις του 1ου μνημονίου κατά 0,6% που μπορεί να γίνει 1% στην περίπτωση επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων >=4,5% του ΑΕΠ, υπολογιζόμενου μέγιστου οφέλους 2 δις ευρώ,

β) τον διπλασιασμό του χρόνου αποπληρωμής του δανείου 74 δις του EFSF του 2ου μνημονίου (από 15 σε 30 έτη) και αναβολή πληρωμής των τόκων του για μια δεκαετία, που υπολογίζεται ότι θα μειώσει μεν τις αποπληρωμές μας βραχυμεσοπρόθεσμα ως το 2022, αλλά θα τις αυξήσει μακροπρόθεσμα μετά το 2022,  

γ) παραίτηση των κεντρικών τραπεζών της ευρωζώνης από τα κέρδη της ΕΚΤ, που προέρχονται από επαναγορά των ελληνικών ομολόγων στην δευτερογενή αγορά ονομαστικής αξίας 45 δις ευρώ (με επιστροφή τους στο ελληνικό δημόσιο), υπολογιζόμενου οφέλους 11 δις ευρώ,

δ) χρηματοδότηση του ελληνικού δημοσίου μέχρι 0,35 σεντς ανά 1 ευρώ ονομαστικής αξίας  για εθελοντική επαναγορά ομολόγων από ιδιώτες στην δευτερογενή αγορά συνολικής ονομαστικής αξίας 63 δις (πρόκειται για τα εκδοθέντα ομόλογα που προήλθαν μετά την απομείωση-‘κούρεμα’ του PSI υπαγόμενα στο αγγλικό δίκαιο).

Οι παραπάνω α) και γ) περιπτώσεις της ‘συμφωνίας’ μπορούν να μειώσουν το χρέος μας το μέγιστο μέχρι 13 δις ευρώ και ουσιαστικά το βάρος (σχεδόν αποκλειστικά) πέφτει στην περίπτωση δ) της επιτυχίας της εθελοντικής επαναγοράς των νέων μετά το PSI ομολόγων, με όφελος περί τα 30 δις ευρώ.  Το συμπέρασμά μας είναι ότι πρόκειται για ημίμετρα που δεν λύνουν ουσιαστικά το πρόβλημα, ενώ καθίσταται επιτακτική μία δεύτερη διαγραφή του χρέους από τον κρατικό τομέα (OSI-Official Sector Involvement), που την θεωρούμε αναπόφευκτη στο εγγύς μέλλον. Η επαναγορά χρέους είναι ένας αντιπερισπασμός που προσπαθεί να αποφύγει και αναβάλει την πραγματική λύση, ελλείψει ύπαρξης πολιτικής βούλησης των ευρωπαϊκών ελίτ. Με δεδομένο ότι τα ομόλογα που εκδόθηκαν στο πλαίσιο του PSI δεν μπορούν να απομειωθούν-‘κουρευτούν’ υποχρεωτικά και υπάγονται στο αγγλικό δίκαιο, τίθεται το ερώτημα ποιο όφελος θα έχει κάποιος να τα πουλήσει μέχρι 35% της νέας ονομαστικής τους αξίας. Είναι πρόσφατο το παράδειγμα της Αργεντινής που ‘σύρθηκε’ στα δικαστήρια της Νέας Υόρκης από τα hedge funds που απαιτούσαν την 100% αποπληρωμή τους με την απειλή κατάσχεσης της ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου στο εξωτερικό, ενώ αντίστοιχο μπορεί να συμβεί και στην Ελλάδα με αρμόδια δικαστήρια αυτά του Λονδίνου. Επιπλέον πόσο λογικό θα ήταν να συμμετέχουν σε αυτή την διαδικασία τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία, που υπέστησαν μεγάλη καταστροφή της περιουσίας τους από το PSI χωρίς αναπλήρωσή της ή ακόμη και οι ελληνικές τράπεζες με πιθανή ανάγκη νέας ανακεφαλαιοποίησης τους εις βάρος της εκ νέου αύξησης του δημοσίου χρέους?  Η υποτιθέμενη ‘συμφωνία’   βιωσιμότητας του χρέους βρίσκεται στον αέρα και θέτει επί τάπητος το γενικευμένο πλέον συναίσθημα της αποσύνθεσης της χώρας, αλλά και των λοιπών χωρών της περιφέρειας της ευρωζώνης, εξαιτίας των πολιτικών της ακραίας λιτότητας και ύφεσης των νεοφιλελεύθερων ελίτ της ευρωζώνης που επιβάλλονται μέσω και των ‘μνημονίων’.

Η προϊούσα αποσύνθεση της Ελλάδας και των άλλων χωρών του ‘νότου’, εξαιτίας των ασκούμενων ακραία νεοφιλελεύθερων πολιτικών των ευρωπαϊκών ελίτ και των εμπορικά πλεονασματικών χωρών του βορρά, θέτει το ζήτημα της συνοχής της ευρωζώνης και σε τελική ανάλυση της εξακολούθησης της ύπαρξής της. Αυτές οι πολιτικές, το μόνο που κάνουν είναι να αναβάλουν χρονικά την επέλευση της χρεοκοπίας, λεηλατώντας ουσιαστικά την δημόσια και ιδιωτική περιουσία της Ελλάδας, και όχι μόνο, και αναβάλλοντας διαρκώς την ουσιαστική επίλυση της ελληνικής κρίσης (ως μέρος της συστημικής κρίσης της ευρωζώνης).  Μέχρι πότε θα υπερισχύει η απόφαση παραμονής στην ευρωζώνη των ελλήνων, αλλά και των άλλων λαών της περιφέρειας, έναντι των δεινών που την συνοδεύουν; Τα όποια οφέλη εξακολουθούν να αποκομίζουν οι εμπορικά πλεονασματικές χώρες του βορρά είναι πρόσκαιρα και βραχυπρόθεσμα.  Είναι μαθηματικά βέβαιο ότι αυτές οι πολιτικές θα μεταφέρουν και στον σκληρό πυρήνα της ευρωζώνης την ύφεση και την ανεργία εξαιτίας του περιορισμού της ενεργής ζήτησης. Στην περίπτωση της Ελλάδας έπρεπε από την αρχή της κρίσης να γίνει μεγάλη απομείωση-‘κούρεμα’ του δημόσιου χρέους με προσδιορισμό του απεχθούς μέρους του, μέσω της διενέργειας λογιστικού ελέγχου επ’ αυτού, από διεθνή Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου (έχουμε αναφερθεί αναλυτικά σε προηγούμενα άρθρα μας). Αντ’ αυτού μέσω του 1ου μνημονίου μεταφέρθηκε μεγάλο μέρος του δημόσιου χρέους που κατείχαν ιδιώτες στο εξωτερικό (χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αμοιβαία κεφάλαια κλπ) στις πλάτες των ευρωπαϊκών λαών.  Με αυτό τον τρόπο το μέρος του χρέους που κατείχαν ιδιώτες στο εξωτερικό ελαχιστοποιήθηκε και μέσω του PSI απομειώθηκε-‘κουρεύτηκε’, ενώ υπήρξε απομείωση-‘κούρεμα’ του συνόλου του δημόσιου χρέους που κατείχαν οι ελληνικές τράπεζες και τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία. Αυτό το γεγονός κατέστησε την επανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών αναγκαία, μέσω του εκ νέου δανεισμού του ελληνικού δημοσίου, για ενίσχυση των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων τους και εκπλήρωση των κανόνων της κεφαλαιακής τους επάρκειας σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών της Βασιλείας. Τουναντίον τα ασφαλιστικά ταμεία έχασαν μεγάλο μέρος των αποθεματικών τους, έναντι των όποιων δυνατοτήτων μελλοντικών παροχών τους προς τους συνταξιούχους τους. Το PSI αποδείχθηκε ολέθριο για το εσωτερικό της χώρας και με μικρά και αμφίβολα αποτελέσματα στην μείωση του εξωτερικού δημόσιου χρέους. Απαιτείται η κατάργηση των πολιτικών ύφεσης και ανεργίας που προκαλούν τα ‘μνημόνια’ και η αντικατάστασή τους με ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας που θα θέτει προτεραιότητες και επιλογές ανάπτυξης σε καθορισμένους τομείς της οικονομίας.

 Για να καταστεί το χρέος βιώσιμο, απαιτείται η διαγραφή μεγάλου μέρους του διακρατικού πλέον δημόσιου χρέους,  μέσω της διαδικασίας που περιγράψαμε παραπάνω, και η χρηματοδότηση της ανάπτυξης από την ΕΤΕΠ (Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων) και ευρωπαϊκούς πόρους με βάση το παραγωγικό σχέδιο ανασυγκρότησης. Επιπλέον, η αποπληρωμή των τοκοχρεωλυσίων του εναπομείναντος χρέους πρέπει να πραγματοποιείται με ρήτρα ανάπτυξης.        

 

 

 * Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, κάτοχος 2ετούς μεταπτυχιακού τίτλου διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική-χρηματοοικονομική) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων, email : nikokal02@yahoo.gr   

 

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Η Ελλάδα στον αστερισμό των Ειδικών Οικονομικών Ζωνών


Η Ελλάδα στον αστερισμό των Ειδικών Οικονομικών Ζωνών 
του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*  10/9/2012
Με τον όρο Ειδικές Οικονομικές Ζώνες (ΕΟΖ) ορίζονται οριοθετημένες, από τη νομοθετική εξουσία κάθε χώρας, περιοχές όπου δημιουργούνται εξαιρετικές συνθήκες για τις επενδύσεις. Επενδύσεις που σύμφωνα με την διεθνή εμπειρία προέρχονται κυρίως από διεθνή, αλλά περιστασιακά, και εγχώρια κεφάλαια. Οι ΕΟΖ έχουν τη δυνατότητα να εμφανίζουν ανάλογα χαρακτηριστικά ώστε να δημιουργείται ευνοϊκό οικονομικό περιβάλλον για διαφορετικούς τύπους επενδύσεων. Έτσι νομοθετείται η δυνατότητα δημιουργίας ζωνών ελεύθερου εμπορίου, ειδικών ζωνών οικονομικών αποθηκών εμπορευμάτων, ελεύθερων λιμανιών, ζωνών εξαγωγικής δραστηριότητας, ειδικών επενδυτικών ζωνών, ελεύθερων βιομηχανικών-οικονομικών ζωνών κλπ. Η γενική ορολογία ΕΟΖ αποδίδει ακριβέστερα το οικονομικό-κοινωνικό φαινόμενο που αυτές εκπροσωπούν.  Οι ΕΟΖ χαρακτηρίζονται στο σύνολό τους από το διαφορετικό φορολογικό, εργασιακό και διοικητικό καθεστώς σε σχέση με την υπόλοιπη επικράτεια της χώρας. Αυτό μπορεί και συνήθως περιλαμβάνει, ανάμεσα στα άλλα, σκανδαλωδώς χαμηλή εταιρική φορολογία, επιδοτήσεις επενδυτικών εγχειρημάτων, ειδικά τελωνειακά καθεστώτα, περιορισμό ή κατάργηση των επιβαρύνσεων των εργοδοτών, χαλάρωση των κανονισμών ασφάλειας στο χώρο εργασίας, αποδυνάμωση των περιβαλλοντικών κανονισμών, απαγόρευση του συνδικαλισμού αλλά και κατάργηση κάθε είδους συλλογικών διαπραγματεύσεων, περαιτέρω μείωση του μισθού των εργαζομένων και απορρύθμιση της εργασίας.

      Οι ΕΟΖ δεν αποτελούν πρόσφατη καινοτομία και έχει παρατηρηθεί μία αύξησή τους τις τελευταίες τρεις δεκαετίες και μια ιδιαίτερα απότομη αιχμή σε αυτή την αυξητική πορεία από τα τέλη της δεκαετίας του ’90. Σύμφωνα με την Διεθνή Οργάνωση  Εργασίας (ILO), υπήρξε μια σταθερή αύξηση από το 1975, με 79 ΕΟΖ σε 25 χώρες, μέχρι το 1997, με 845 ΕΟΖ σε 93 χώρες, και μια αλματώδης αύξηση όταν το 2002 αναφέρθηκαν 3000 ΕΟΖ σε 116 χώρες. Σήμερα υπολογίζεται πως υπάρχουν 3500 ΕΟΖ παγκοσμίως. Ειδικές Οικονομικές Ζώνες υπάρχουν σε Κίνα, Αγκόλα, Μπαγκλαντές, Βραζιλία, Ινδία, Ιράν, Ιορδανία, Καζακστάν, Ομάν, Πακιστάν, Φιλιππίνες, Πολωνία, Νότια Κορέα, Ρωσία, Ουκρανία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Καμπότζη, Περού κ.α. Η πρώτη εφαρμογή και λειτουργία ΕΟΖ πραγματοποιήθηκε στις συνοριακές περιοχές του Μεξικού, με την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού και των υπάκουων στις ΗΠΑ δικτατορικών καθεστώτων. Η δημιουργία παραγωγικών μονάδων, που λειτουργούν απελευθερωμένες από κάθε είδους ρυθμιστική και ελεγκτική δραστηριότητα του κράτους εγκατάστασής τους, προβλήθηκε ως μία διαδικασία «ταχύρρυθμης οικονομικής ανάπτυξης». Οι επιχειρήσεις που λειτουργούν εντός των ΕΟΖ χρησιμοποιούν εισαγόμενες πρώτες ύλες χωρίς δασμούς, αξιοποιούν την φορολογική ασυλία και δεν πληρώνουν σχεδόν καθόλου φόρους. Η χαμηλή διασύνδεσή τους με την εγχώρια οικονομία, δείχνει ότι το όφελος για την οικονομία της φιλοξενούσας χώρας είναι μηδαμινό. Το όποιο όφελος από την δημιουργία θέσεων απασχόλησης,  είναι αμελητέο μπροστά στην άγρια εκμετάλλευση των εργαζομένων. Η μελέτη της ILO αποδεικνύει ότι οι εργαζόμενοι αυτών των ζωνών εργάζονται 10 – 12 ώρες καθημερινά, ενώ σε κάποιες περιόδους ακόμη και 16 ώρες συνεχώς. Πολλά εργοστάσια χρησιμοποιούν σύστημα ημερήσιων ή εβδομαδιαίων πλάνων παραγωγής και για να πληρωθεί ο εργαζόμενος .πρέπει να επιτύχει αυτό το πλάνο. Αυτό έχει ως συνέπεια την υποχρέωση απασχόλησης των εργαζομένων χωρίς αμοιβή πέραν της «κανονικής» βάρδιας. Μία άλλη μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας αναφέρει ότι στις ΕΟΖ της Κίνας το μέσο ωράριο ποικίλλει από τις 54 ως τις 77 ώρες τη βδομάδα.
Αν οι ΕΟΖ αποτελούν κατάκτηση διαρκείας, ουσιαστικά περιγράφονται ως περίπτωση αποικιοποίησης και δημιουργίας περιφερειακού προτεκτοράτου. Στην περίπτωση σύντομης αποχώρησης του επιδρομέα-«επενδυτή», πρόκειται ουσιαστικά για μια λεηλασία του οικονομικού-κοινωνικού πλούτου της χώρας. Στην θέση της προηγούμενης παραδοσιακής ζωής (οικονομικής, πολιτιστικής και κοινωνικής) εμφανίζεται μια προκλητική, ασύστολη, «απελευθερωμένη» από κανόνες, ήθη και έθιμα, πρόσκαιρη και κερδοσκοπική οικονομική δραστηριότητα. Αυτή είναι ουσιαστικά η φύση των σχεδιαζόμενων, κυρίως από τους Γερμανούς, ΕΟΖ υπό τον ψευδεπίγραφο τίτλο «σχέδιο Μάρσαλ». Το μοντέλο αυτό της σχεδιαζόμενης «ανάπτυξης», από τους οικονομικούς επιδρομείς-«επενδυτές», δεν προσιδιάζει σε μία χώρα-μέλος της ευρωζώνης  και δεν την βοηθά στην ανάκτηση μιας στοιχειώδους ανταγωνιστικότητας και στην επίτευξη μιας μόνιμης, αυτοτροφοδοτούμενης και αυτοδύναμης οικονομικής ανάπτυξης. Το ενδιαφέρον τους εστιάζεται στους τομείς των ανανεώσιμων ή μη πηγών ενέργειας, των υποδομών, του τουρισμού, των επικοινωνιών, των τροφίμων, της διαχείρισης αποβλήτων κλπ. Οι θεωρούμενοι τομείς έντασης κεφαλαίου, αλλά και οι θεωρούμενοι τομείς έντασης εργασίας, δεν αφήνουν ουσιαστικά περιθώρια ικανής μεταφοράς τεχνογνωσίας καθώς και ποσοτικής και ποιοτικής αξιοποίησης εγχώριου εργατικού δυναμικού. Οι μελέτες της ILO χαρακτηρίζουν τις ΕΟΖ ως δουλεμπορικές (ανεξάρτητα από τον βαθμό απορρύθμισης του εργασιακού και κοινωνικού κεκτημένου σε αυτές),  λόγω της κατάργησης ισχύος όλων των διεθνών κανονισμών και ρυθμίσεων των όρων εργασίας στον χώρο λειτουργίας τους. 
Η Ευρωπαϊκή Ένωση προσχηματικά τυπικά απαγορεύει τη λειτουργία Ειδικών Οικονομικών Ζωνών για λόγους “αθέμιτου ανταγωνισμού”. Αυτό παρά το γεγονός ότι ΕΟΖ έχει ήδη δημιουργηθεί και λειτουργεί στην Πολωνία μετά την πτώση του καθεστώτος του λεγόμενου “υπαρκτού σοσιαλισμού”. Είναι ενδεικτικό πως οι κανόνες πριν την κρίση, ήθελαν την Πολωνία με την είσοδό της στην ΕΕ να υπογράφει χρονοδιάγραμμα κατάργησης της ΕΟΖ μέχρι το 2018. Όμως οι κανόνες της ΕΕ ρυθμίζονται από την αγορά, αλλάζουν ώστε να την εξυπηρετήσουν και δεν αποτελεί πλέον είδηση πως οι συζητήσεις για τη δυνατότητα δημιουργίας ΕΟΖ στην Ελλάδα προχωρούν. Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2011 η Γερμανία έχει ξεκινήσει επενδυτική επίθεση στην Ελλάδα, θέτοντας ήδη θέμα δημιουργίας ΕΟΖ, με στόχο την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των «επενδυτών» γιατί μέσω αυτών των οικονομικών ζωνών, υπάρχει η πρόθεση δημιουργίας φιλικού περιβάλλοντος με ευνοϊκές συνθήκες για επενδύσεις, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν ευκολότερα να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους.
Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, με την Ελλάδα να συνεχίζει σε πορεία ύφεσης, την ανεργία να καλπάζει και τους μισθούς να περικόπτονται διαρκώς, συζητήσεις για τη δημιουργία ΕΟΖ αναπτύσσονται τόσο στην περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης, όσο και στην Πελοπόννησο, ενώ τελευταία συζήτηση πραγματοποιήθηκε στο Περιφερειακό Συμβούλιο Νοτίου Αιγαίου με θέμα επιχειρησιακό σχέδιο που περιλαμβάνει τη δημιουργία ΕΟΖ αρχικά στη Ρόδο και την Σύρο.
Ενώ η συζήτηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ουσιαστικά ξεκινήσει, το εγχώριο κεφάλαιο διαγκωνίζεται για να προλάβει να βρει μια θέση στον “ήλιο” των επενδυτικών παραδείσων που τόσο καιρό μεθοδικά προωθούν οι πολυεθνικοί ανταγωνιστές του. Οι ΕΟΖ προσελκύουν επενδύσεις, επειδή προσφέρουν στο κεφάλαιο το κατάλληλο περιβάλλον για να αντλήσει το μέγιστο δυνατό κέρδος. Εάν το νέο οικονομικό καθεστώς εδραιωθεί, οι ήδη υπό διάλυση από τα απανωτά μνημόνια εργασιακές σχέσεις θα απορρυθμισθούν στον μέγιστο δυνατό βαθμό, οι σε ελεύθερη πτώση μισθοί θα πρέπει να φθάσουν σε απελπιστικά χαμηλά επίπεδα στο όνομα του ανταγωνισμού, οι φορολογικές διευκολύνσεις θα μετατραπούν σε σκανδαλώδεις φοροαπαλλαγές προσφέροντας ένα τεράστιο μηδενικό στο κοινό συμφέρον και τα κρατικά έσοδα, το ήδη υποβαθμισμένο περιβάλλον θα αποτελέσει και νόμιμα βορά όσων θέλουν να εξαφανίσουν ότι έχει απομείνει στο όνομα του κέρδους και της ανάπτυξης, ενώ δικαιώματα και αξιοπρέπεια θα αποτελούν ξεχασμένες έννοιες σε τόπους που θα ψάχνει κανείς τρόπο να επιβιώσει.
Σαφέστατα προκύπτει ότι δεν πρόκειται για ενέργειες που προωθούν τον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής διαδικασίας και την εισαγωγή τεχνολογίας που θα δημιουργούσαν πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα για την εγχώρια ανάπτυξη και απασχόληση. Ουσιαστικά πρόκειται για την επέκταση των οικονομικών μηχανισμών της Γερμανίας και των πλεονασματικών χωρών του κέντρου της ευρωζώνης, που μέσω του ειδικού και απορρυθμισμένου καθεστώτος λειτουργίας των ΕΟΖ, θα απελευθερωθούν από τους κανόνες λειτουργίας στο εσωτερικό των χωρών τους. Η Ελλάδα θα ακολουθήσει πορεία τριτοκοσμικής χώρας, με την απόκλιση από τις χώρες του σκληρού πυρήνα της ευρωζώνης διαρκώς να αυξάνεται. Η διαδικασία θεσμοθέτησης του ειδικού αυτού απορρυθμισμένου νομικού καθεστώτος εντός των οργάνων της ΕΕ, κατ’απαίτηση κυρίως της γερμανικής κυβέρνησης, θα αποτελέσει την ‘ταφόπλακα’ όποιου εργασιακού και κοινωνικού κεκτημένου απέμεινε, μετά την εφαρμογή των απαιτήσεων της τρόικας, για την χώρα μας αλλά και τις άλλες χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης.  Οι εναπομείνασες εγχώριες παραγωγικές μονάδες ή θα επιλέξουν την αξίωση ίδιας μεταχείρισης ή θα κλείσουν. Τα αποτελέσματα ενός τέτοιου κοινωνικού ολοκαυτώματος είναι προφανή για την χώρα μας, αλλά και τις λοιπές χώρες της περιφέρειας, που θα μετατραπεί σε μία ‘αφρικανική’ χώρα που δεν θα διαχειρίζεται τον δημόσιο πλούτο της και με εσωτερική ζήτηση σε εξευτελιστικά επίπεδα μετατρέποντας την στον παρία της Ευρώπης.    



* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μάστερ ειδίκευσης στην τραπεζική-χρηματοοικονομική) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων, email : nikokal02@yahoo.gr

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Το αβέβαιο μέλλον του ευρώ. Υπάρχει προοπτική για την ΟΝΕ και την ευρωζώνη;

Το αβέβαιο μέλλον του ευρώ. Υπάρχει προοπτική  για την ΟΝΕ και την ευρωζώνη;       

του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*    27/6/2012

Η πρώτη δεκαετία λειτουργίας της ΟΝΕ και του ευρώ θεωρήθηκε γενικά επιτυχημένη και η κυκλοφορία του κοινού νομίσματος πραγματοποιήθηκε χωρίς προβλήματα, ενώ η ΕΚΤ ανταποκρίθηκε θετικά στον έστω παράδοξο και στρεβλό ρόλο που της επιφυλάχθηκε με την δημιουργία της. Η ευρωζώνη χαρακτηρίσθηκε από έντονη οικονομική ανάπτυξη και αυξανόμενη απασχόληση, που τροφοδοτούνταν όμως από διαρκώς αυξανόμενα σωρευτικά χρέη. Η τεράστια προσφορά αγαθών από τις αναδυόμενες οικονομίες (Κίνα κλπ) συνέτεινε στην διατήρηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα. Στο παρασκήνιο όμως υπέβοσκαν, καλά κρυμμένα, τα προβλήματα και οι ανισορροπίες που προκαλούνταν από την μεγάλη ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας. Πληθωριστικές φούσκες εμφανίστηκαν σε διάφορες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων, με χαρακτηριστική αυτή της αγοράς ακινήτων, που έλαβε τρομακτικό μέγεθος, ιδιαίτερα στις Ιρλανδία και Ισπανία. Αν και η ευρωζώνη ήταν τυχερή στην έναρξη του βίου της, υπέθαλψε και ανέπτυξε πολλαπλές δυνητικές κρίσεις στους κόλπους της.
Η οικονομική κρίση του 2007-2008 και η επακόλουθη ύφεση έστρεψαν την προσοχή στα δομικά-διαρθρωτικά προβλήματα της ευρωζώνης. Η κρίση ενεργοποιήθηκε ουσιαστικά στο τέλος του 2009, μετά την ομολογία της ελληνικής κυβέρνησης για αλλοίωση των στατιστικών στοιχείων και άσχημη δημοσιονομική κατάσταση της οικονομίας. Η δραστηριοποίηση της ΕΚΤ στην δευτερογενή αγορά ομολόγων και η δημιουργία του Ευρωπαικού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), κατεύνασαν εντελώς πρόσκαιρα και φευγαλέα την ακόρεστη δίψα των ‘αγορών’. Ήταν πασιφανές ότι η Ελλάδα στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία ήταν ο αδύναμος κρίκος της καταφανώς λανθασμένα δομημένης αλυσίδας της ευρωζώνης. Η διαχείριση της κρίσης από τις ευρωπαικές αρχές δεν διέθετε ούτε την απαραίτητη ταχύτητα δράσης, ήταν γεμάτη ασυνέπειες και λανθασμένες και διαφορετικές ερμηνείες. Η κρίση του τέλους του 2010 που τοποθέτησε την Ιρλανδία στο επίκεντρο και η επακόλουθη της Πορτογαλίας την άνοιξη του 2011, έθεσαν και τις 2 χώρες στον μηχανισμό ‘διάσωσης’ του EFSF και ανέδειξαν, με τον πιο κραυγαλέο τρόπο, τον συστημικό χαρακτήρα της κρίσης. Από τα μέσα του 2011 είχε γίνει εμφανής και αναπόφευκτη μία δεύτερη προσπάθεια ΄διάσωσης’ της Ελλάδας. Ήδη προ των πυλών ένταξης στον μηχανισμό ‘διάσωσης’ βρίσκονται η μικρή Κύπρος αλλά και η μεγάλη Ισπανία (ως ποσοστά συμμετοχής στο συνολικό ΑΕΠ της ευρωζώνης). Οι περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης είναι υποχρεωτικά παγιδευμένες σε μία λανθασμένη προσέγγιση που εστιάζει αποκλειστικά στον δανεισμό χρημάτων με αντάλλαγμα υποσχέσεις εξοντωτικής λιτότητας και ‘διαρθρωτικών’ αλλαγών στην κατεύθυνση της απορύθμισης των εργασιακών σχέσεων και θεσμών. Οι εγγενείς αντιφάσεις αυτής της προσέγγισης, μετέτρεψαν την επισφαλή κατάσταση των κρίσεων υπερχρέωσης σε έναν ατέρμονα καταστροφικότατο κύκλο. Η εμβάθυνση της κρίσης, συνοδευόμενη από την ασυναρτησία και τα κοντόφθαλμα εθνικιστικά αντανακλαστικά της Γερμανίας, κατέστησε ορατό τον κίνδυνο διάλυσης της ΟΝΕ και της ευρωζώνης. Ποιο είναι το μέλλον του ευρώ? Τα πιθανά εξεταζόμενα σενάρια είναι η διατήρηση του συστήματος δόμησης της ευρωζώνης, η απόρριψη αυτού του συστήματος και η ριζική αναμόρφωση-ανασύνθεσή του.
Η διατήρηση του συστήματος δόμησης της ευρωζώνης, προυποθέτει την αντιμετώπιση της κρίσης μέσα σε αυτήν από τις αρχές (εθνικές κυβερνήσεις, ρυθμιστικές αρχές, ΕΚΤ, Ευρωπαική Επιτροπή, ΔΝΤ) με επιμονή στην άσκηση των πολιτικών που ως τώρα ακολουθήθηκαν. Η προσέγγιση αυτή, που διαμορφώθηκε στην διάρκεια εξέλιξης της κρίσης, εκδηλώνεται με 2 κύριες παρεμβάσεις. Η πρώτη παρέμβαση διαρκώς εγκρίνει πιστώσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος, υπό τον φόβο ότι μια άτακτη χρεοκοπία μίας ή περισσότερων χωρών θα προκαλούσε μία νέα τραπεζική κρίση. Αυτό βασίζεται στο γεγονός ότι οι οφειλές των PIIGS (Portugal, Italy , Ireland, Greece, Spain) στις ευρωπαικές τράπεζες ανέρχονταν τον Μάρτιο του 2011 στο ποσό των 2,2 τρισεκατομμυρίων ευρώ. Μέσω των προγραμμάτων ‘διάσωσης’, χρήματα που εισφέρθηκαν στο EFSF από τις εθνικές κυβερνήσεις των μελών της ΕΕ και της ευρωζώνης συνδυαζόμενα με τις πιστώσεις του ΔΝΤ, τα συγκεντρωθέντα ποσά αποτελούσαν ένα πρόσθετο δημοσιονομικό βάρος για τις ‘διασωζόμενες’ χώρες και επιπλέον αυξανόμενο κίνδυνο υποβάθμισης της πιστοληπτικής τους ικανότητας-αξιολόγησης. Η δεύτερη παρέμβαση αφορούσε σε παροχή πιστώσεων  από την ΕΚΤ προς τις τράπεζες των ‘διασωζόμενων’ χωρών, Ισπανίας και Βελγίου έναντι εγγυήσεων (ομόλογα και δημόσιοι τίτλοι έκδοσης των αντίστοιχων χωρών) καθώς και στις άτυπες στοχευμένες αγορές κρατικών ομολόγων από την δευτερογενή αγορά. Σε πολιτικό επίπεδο, αυτό συνοδευόταν από τον εξαναγκασμό αποδοχής προγραμμάτων ακραίας λιτότητας και ‘μεταρρυθμίσεων’ από τις ‘διασωζόμενες’ χώρες (άκρατη περικοπή δαπανών και ραγδαία αύξηση φόρων για δημοσιονομικό εξορθολογισμό) με αιτιολογία το χρέος τους να καταστεί βιώσιμο. Ένα επιπλέον όπλο είναι η αναδιάρθρωση χρέους που δεν μεταβάλλει όμως ουσιαστικά τις προοπτικές της προς ‘διάσωση’ χώρας. Μία απομείωση-‘κούρεμα’ κατά 50% του ανεξόφλητου κρατικού χρέους δεν βελτιώνει την διεθνή ανταγωνιστικότητα της χώρας και οι προοπτικές ανάπτυξής της ουσιαστικά παραμένουν αμετάβλητες. Η συνεισφορά μιας τέτοιας δραστικής διαγραφής χρέους  στον κρατικό προυπολογισμό παραμένει αμφίβολη και ενδεχομένως ανεπαρκής για την εξάλειψη του ελλείμματός του, μέσω της μειωμένης δαπάνης για καταβολή τόκων.  Η μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη για την έξοδο των περιφερειακών χωρών από την κρίση, εκτός της βραχυπρόθεσμης λύσης των περικοπών δαπανών και των αυξήσεων φόρων, βασίζεται στην περικοπή των μισθών για την ανάκτηση-αποκατάσταση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Η λογική της είναι η ανάκτηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας μέσω της εσωτερικής υποτίμησης εστιάζοντας στους μισθούς, αφού μία χώρα εντασσόμενη σε μία νομισματική ένωση χάνει το εργαλείο-δυνατότητα της υποτίμησης του εθνικού νομίσματός της. Η συμπίεση όμως του μισθολογικού κόστους επιδεινώνει τις παραγόμενες ήδη, από τις περικοπές δαπανών και αυξήσεις φόρων, αποπληθωριστικές τάσεις αυξάνοντας την ανεργία και εμβαθύνοντας την ύφεση. Επιπλέον, το ανεξόφλητο χρέος αυξάνεται ταχέως λόγω της αύξησης των τόκων, δημιουργώντας δημοσιονομικά ελλείμματα. Ακόμη η προκαλούμενη μείωση του ΑΕΠ αυξάνει αυτόματα το χρέος (μετρούμενο ως ποσοστό του).  Οι 3 χώρες, που ως τώρα έχουν ενταχθεί σε μηχανισμό ‘διάσωσης’, εκπροσωπούν ένα ποσοστό 6,1% του ΑΕΠ της ευρωζώνης, αλλά η προσφυγή της Ισπανίας που  εκπροσωπεί το 11,5% του ΑΕΠ ή και μελλοντικά του Βελγίου (3,8%) και ακόμη χειρότερα της Ιταλίας (16,8% του ευρωζωνικού ΑΕΠ) θα δημιουργήσει μια εκρηκτική και ουσιαστικά μη αντιμετωπίσιμη κατάσταση. Ακόμη χειρότερα, είναι πέρα από την λογική τι θα επακολουθήσει στην περίπτωση της Γαλλίας, που κατέχει το 21,2% του ευρωζωνικού ΑΕΠ.. Είναι αναπόφευκτη η τελική αποτυχία του μηχανισμού ‘διάσωσης’ και το τέλος θα επέλθει όταν κάποια από τις πλουσιότερες χώρες αρνηθεί να προσφέρει τα απαραίτητα χρήματα.
Η απόρριψη του συστήματος δόμησης της ευρωζώνης σημαίνει την οικειοθελή ή αναγκαστική αποχώρηση κάποιων χωρών από την ΟΝΕ ως η λιγότερο κακή διαθέσιμη επιλογή. Προφανώς σε μία τέτοια περίπτωση η χώρα μας είναι η πρώτη υποψήφια γι’αυτό. Αν οι ως τώρα ακολουθούμενες πολιτικές συνεχισθούν αδιάλειπτα, θα καταστήσουν μονόδρομο την απόρριψη του συστήματος για τις χώρες που έχουν ενταχθεί στον μηχανισμό ‘διάσωσης’. Μία έξοδος από την ευρωζώνη θα αύξανε σε φοβερό βαθμό την διεθνή ανταγωνιστικότητα και τις προοπτικές ανάπτυξης αυτών των χωρών αυτόματα, λόγω της αναπόφευκτης τεράστιας υποτίμησης των εθνικών νομισμάτων έναντι του ευρώ και άλλων νομισμάτων. Βέβαια μία οικονομική ανάπτυξη που θα βασιζόταν μόνο στην υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, δεν θα μακροημέρευε και θα διαρκούσε για σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Η έξοδος κάποιας ή κάποιων χωρών από την ευρωζώνη θα επέφερε τεράστιο κόστος και την αναπόφευκτη διάλυση της ευρωζώνης, λόγω του φαινομένου του ντόμινο και της αδίστακτης επίθεσης των αγορών στην επόμενη υποψήφια προς αποχώρηση χώρα κ.ο.κ. Η δυνατότητα αυτή ανατρέχει στα ιστορικά παραδείγματα της Αργεντινής και πιο πρόσφατα της Ισλανδίας. Καμία όμως από τις 2 χώρες δεν ανήκε σε νομισματική ένωση με κοινό νόμισμα. Η Αργεντινή είχε απλά  ‘κλειδωμένη’ την ισοτιμία του πέσο με το δολάριο με σχέση 1:1 και αρκούσε η απελευθέρωση διακύμανσης της συναλλαγματικής της ισοτιμίας που επέφερε μια υποτίμηση της τάξης του 70% μαζί με υποχρεωτική απομείωση- ‘κούρεμα’ 65% στην αξία των κατεχόμενων από αλλοδαπούς ομολόγων της.  Αυτό επέφερε πληθωρισμό 26% το 2002,13% το 2003 για να ‘ομαλοποιηθεί’ στη συνέχεια στο 4%,ποσοστό ανάπτυξης 8,5% από το 2003 ως το 2008, εκρηκτική ανάπτυξη των εξαγωγών 15-20% μετά το 2002 και πλεόνασμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών κατά μέσο όρο 3% του ΑΕΠ την ίδια περίοδο με ταυτόχρονη μείωση του δημόσιου χρέους στο 40% του ΑΕΠ. Κατά πολλούς οι ενταχθείσες στον μηχανισμό ‘διάσωσης’ χώρες, αλλά και η Ισπανία (με την επισήμανση ότι κάποιοι θεωρούν ότι η Ελλάδα του 2011 βρισκόταν σε ακόμη δυσχερέστερη θέση) έχουν πολλά κοινά με την Αργεντινή του 2001: μεγάλη απώλεια διεθνούς ανταγωνιστικότητας, αποδιοργάνωση δημόσιων οικονομικών, αυξανόμενο δημόσιο χρέος σε μη βιώσιμα επίπεδα, μη υγιή οικονομική ανάπτυξη, έντονη φυγή κεφαλαίων, τεράστια ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών και απώλεια επενδυτικής εμπιστοσύνης.  Να προσθέσουμε ακόμη ότι η Ισλανδία μάλλον ήταν τυχερή επειδή δεν είχε τα προσόντα για διάσωση αφού δεν ήταν μέλος της ΕΕ. Οι διασώσεις της Ευρώπης το μόνο που ουσιαστικά έκαναν, ήταν η διοχέτευση διαρκώς μεγαλύτερων πόρων σε αποτυχημένα εγχειρήματα, αναβάλλοντας και εμβαθύνοντας τις συνέπειες της κρίσης. Η αναδιάρθρωση της Ισλανδίας, αν και επώδυνη και δαπανηρή για τον πληθυσμό, δεν σπατάλησε και άλλα χρήματα στην προσπάθεια να περισώσει τα ήδη χαμένα, μη επωμίζοντας στους φορολογούμενούς της την εθνικοποίηση των ιδιωτικών χρεών των άσωτων τραπεζών της.
Η αποδοτική λειτουργία μιας βέλτιστης νομισματικής ένωσης-ζώνης προυποθέτει την εκπλήρωση ορισμένων συνθηκών και εξαρτάται από αυτές. Στην περίπτωση της ευρωζώνης δεν εκπληρώνονται (μερικά ή ολικά): πολιτική ένωση, δημοσιονομική ενοποίηση, κινητικότητα εργατικού δυναμικού και ευελιξία τιμών-μισθών. Οι κρίσεις υπερχρέωσης των περιφερειακών χωρών της κατέδειξαν  αναμφίβολα τις συνέπειες της μη εκπλήρωσης αυτών των συνθηκών και την προβληματική φύση της ΟΝΕ και της δόμησης της ευρωζώνης. Στα πλαίσια της ριζικής αναμόρφωσης-ανασύνθεσης του συστήματος δόμησής της  κρίνουμε ως αναγκαία και απαραίτητα τα παρακάτω.
- Επιβάλλεται η αλλαγή του ρόλου και της λειτουργίας της ΕΚΤ, από υπερ-τράπεζα των ευρωπαικών τραπεζών που λειτουργεί ως τώρα, στην κατεύθυνση που λειτουργεί οποιαδήποτε κεντρική τράπεζα στον κόσμο,  αναλαμβάνοντας  και  τον  ρόλο της συνολικής διαχείρισης των κρατικών χρεών των χωρών της ευρωζώνης.  
- Αναγκαία  είναι  η  ριζική  αλλαγή της αρχιτεκτονικής της ευρωζώνης, με κατάργηση του ‘Συμφώνου Σταθερότητας’   και  του  ‘Συμφώνου  για  το  ευρώ’  και αντικατάστασής τους με ένα ‘Σύμφωνο Ανάπτυξης και Απασχόλησης’ διαφορετικού περιεχομένου.
- Οι πολιτικές  τύπου  ‘Μνημονίου’,  στο  πλαίσιο  λειτουργίας  μηχανισμών  που εφαρμόζουν περιοριστικές δημοσιονομικές  πολιτικές σε συνεργασία με το ΔΝΤ (EFSF και ESM μελλοντικά), όπως φάνηκε στην περίπτωση της Ελλάδας, αλλά και της Ιρλανδίας και Πορτογαλίας, οδηγούν σε μεγαλύτερη ύφεση επιτείνοντας το οικονομικό αδιέξοδο   και  δεν  λύνουν  με  ουσιαστικό τρόπο το υφιστάμενο πρόβλημα. Αντίθετα πρέπει να εφαρμοσθεί πολιτική μεταφοράς δημοσιονομικών πόρων από πλεονασματικές σε ελλειμματικές εμπορικά χώρες, στα πλαίσια επίτευξης ομοιογένειας και ομοσπονδιοποίησης της ευρωζώνης αλλά και της ΕΕ.
Η αλήθεια για την κρίση στην ευρωζώνη, είναι ότι οι ‘διασώσεις’ της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας, αλλά και όποιων άλλων χωρών της μελλοντικά είναι διασώσεις των ουσιαστικά πτωχευμένων ευρωπαικών τραπεζών και ιδιαίτερα των γαλλικών και γερμανικών. Τα πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών των χωρών του βορρά, και ιδιαίτερα της Γερμανίας, διοχετεύθηκαν μέσω των τραπεζών και των επενδυτών της στο εξωτερικό, σε άκρως ριψοκίνδυνες επενδύσεις και δεν ανακυκλώθηκαν με την δημιουργία επενδύσεων στο εσωτερικό της ευρωζώνης. Η αναδιάρθρωση των χρεών των χωρών της περιφέρειας θα προκαλέσει ζημιές στις γαλλογερμανικές τράπεζες και ιδιαίτερα στις τράπεζες-δανειστές του δημόσιου τομέα. Είναι προφανές ότι χρειάζεται η ανακεφαλαιοποίηση-κεφαλαιακή ενίσχυση αυτών των τραπεζών, που οι πολιτικοί της Γερμανίας φοβούνται και τρέμουν  την χρηματοδότησή τους από τους φορολογούμενούς τους. Προκρίνουν, με αυτό τον τρόπο, την εθελοτυφλία στην ύπαρξη αυτού του προβλήματος και ότι η λύση στην κρίση της ευρωζώνης είναι η επιβολή χρόνιας ακραίας λιτότητας στις ‘άσωτες’ περιφερειακές χώρες της. Η επιβολή αυτής της γερμανικής λύσης, που  επιπλέον επέβαλε και την παρέμβαση-παρουσία του ΔΝΤ και των ακραία νεοφιλελεύθερων πολιτικών του τύπου ‘μνημονίου’ στην Ευρώπη, είναι η ασταμάτητη οικονομική στήριξη των πιο αδύναμων περιφερειακών χωρών μέχρι την ουσιαστική λύση του προβλήματος των χρεοκοπημένων ευρωπαικών τραπεζών. 


* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μάστερ ειδίκευσης στην τραπεζική-χρηματοοικονομική) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων, email : nikokal02@yahoo.gr

Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Συγκρότηση και δράση της διεθνούς Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ) και ιστορικά παραδείγματα διαγραφής δημόσιου χρέους


Συγκρότηση και δράση της διεθνούς Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου  (ΕΛΕ) και ιστορικά παραδείγματα διαγραφής δημόσιου χρέους
του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*  27/5/2012
Το πρόβλημα του χρέους δεν είναι κάποιο οικονομικό-διαχειριστικό ζήτημα, αλλά ένα συνθετότερο πρόβλημα πού άπτεται όλων των πλευρών της κοινωνικής ζωής και των διεθνών σχέσεων της Ελλάδας. Η πρόταση αντιμετώπισής του αποτελεί το ουσιαστικότερο στοιχείο μιας στρατηγικής διεξόδου από την κρίση. Η αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους έχει πολυποίκιλες προεκτάσεις και απασχολεί εντονότατα το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας. Μεγάλο μέρος των μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων βιώνουν τεράστια αδιέξοδα και δυσκολίες αποπληρωμής του ιδιωτικού χρέους (ληξιπρόθεσμα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, μικρομεσαίες επιχειρήσεις που κλείνουν λόγω αδυναμίας αποπληρωμής επιχειρηματικών δανείων κλπ). Καθίσταται επιτακτική μία πολιτική αντιμετώπισης του ιδιωτικού χρέους με αξιοποίηση του υπάρχοντος νομικού πλαισίου, της δικαιοσύνης και θέσπισης νομοθετικών διατάξεων ελάφρυνσής του. Κάτι αντίστοιχο μπορεί να συμβεί και για την αντιμετώπιση και ελάφρυνση του δημόσιου χρέους. Στο πλαίσιο αυτό είναι κεφαλαιώδους σημασίας η δημιουργία ειδικής διεθνούς επιτροπής λογιστικού ελέγχου (audit) του δημόσιου χρέους και η ακύρωση των ‘μνημονιακών’ πολιτικών που ασκήθηκαν για την αντιμετώπισή του.  
Η συγκρότηση ‘Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου’ (ΕΛΕ) δεν μπορεί να παρομοιασθεί π.χ. με την εξεταστική επιτροπή της Βουλής που έχει συνήθη κατάληξη την συγκάλυψη και όχι την ανάδειξη   των αιτιών, των υπευθύνων και τον καταλογισμό ευθυνών. Η υπόσταση και ο σκοπός της ΕΛΕ είναι επίσης διαφορετικός από αυτόν μιας τεχνικής επιτροπής ή μη κυβερνητικής οργάνωσης που πραγματοποιεί υποδείξεις στην κυβέρνηση. Ο στόχος της είναι ο προσδιορισμός του ‘απεχθούς’ χρέους (έννοια που προσδιορίσαμε σε προηγούμενο άρθρο μας) και η ανάδειξη των πολιτικών ευθυνών της δημιουργίας του. Ο χαρακτήρας και ο τρόπος λειτουργίας της καθορίζονται από τον προσδιορισμένο αυτόν στόχο της και προυποθέτει την ουσιαστική δυνατότητα ελέγχου και ‘ανοίγματος βιβλίων’ της χώρας. Προαπαιτούμενο είναι η κατοχύρωση-διασφάλιση της θεσμικής δικαιοδοσίας και ανεξαρτησίας  της και η στελέχωσή της με διεθνείς προσωπικότητες αδιάβλητου κύρους και αναμφισβήτητης ικανότητας για την ολοκλήρωση του έργου του ελέγχου (οικονομολόγοι, νομικοί, ορκωτοί λογιστές, εφοριακοί, δικαστικοί, εκπρόσωποι συνδικαλιστικών φορέων και κοινωνικών οργανώσεων κλπ).
Η ΕΛΕ θα είναι ανεξάρτητη από τα πολιτικά κόμματα, θα διασφαλίζει την ύπαρξη εξειδικευμένης γνώσης και θα εγγυάται τον δημοκρατικό έλεγχο καθώς και το υπόλογο όλων των εμπλεκομένων. Για την επιτυχία του στόχου της θα έχει πλήρη διαχρονική πρόσβαση στις συμβάσεις και εκδόσεις δημόσιου χρέους, συμπεριλαμβανομένων των εκδόσεων ομολόγων, αλλά και κάθε διμερούς, πολυμερούς ή άλλης μορφής χρέους και δανειακών δημόσιων υποχρεώσεων. Θα της παραχωρηθούν οι απαραίτητες αρμοδιότητες που θα θέτουν στην διάθεσή της όλα τα απαραίτητα έγγραφα για την επιτέλεση του έργου της και οι δυνατότητες κλήσης προς εξέταση δημόσιων λειτουργών και δικαστικής συνδρομής για το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών (π.χ. λογαριασμών του δημοσίου σε ιδιωτικές τράπεζες και στην Τράπεζα της Ελλάδας). Θα έχει, τέλος, επαρκές χρονικό διάστημα  στην διάθεσή της για την μελέτη όλων των συμβάσεων και την σύνταξη του πορίσματός της.
Οι ασκηθείσες πολιτικές της ΕΕ και του ΔΝΤ για την αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους, έχουν επιφέρει ένα τεράστιο κοινωνικό κόστος για την Ελλάδα και είναι δικαίωμα του ελληνικού λαού η πλήρης πληροφόρηση για το δημόσιο, ή εγγυημένο από το κράτος, χρέος. Η ΕΛΕ θα διαπιστώσει και προσδιορίσει τις αιτίες του δημοσίου χρέους, τους όρους με τους οποίους συνάφθηκε και την χρήση των ληφθέντων δανείων. Τα συμπεράσματα που θα εξάγει η ΕΛΕ θα διαμορφώσουν κατάλληλες προτάσεις για την αντιμετώπιση του χρέους, συμπεριλαμβανομένου του χρέους που θα αποδειχθεί ως παράνομο και ‘απεχθές΄ ή επονείδιστο (odious) που θα διαγραφεί σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά το διεθνές δίκαιο. Επιδίωξη της ΕΛΕ πρέπει να είναι η συνδρομή της Ελλάδας στην λήψη των απαραίτητων μέτρων αντιμετώπισης του βάρους του χρέους καθώς και η διαπίστωση των ευθυνών για τις προβληματικές συμβάσεις χρέους. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική-οικονομική κρίση του 2007-2008 έλαβε την μορφή κρίσης χρέους της περιφέρειας της ευρωζώνης. Το ελληνικό δημόσιο χρέος  κυμαινόταν πέριξ των 365-370 δις ευρώ ή 170% του ΑΕΠ περίπου προ της εφαρμογής της εθελοντικής ανταλλαγής ομολόγων –‘κουρέματος’ του κατεχόμενου από ιδιώτες δημόσιου χρέους, γνωστού διεθνώς ως PSI+. Η αντίδραση της ΕΕ, σε συμφωνία με εθνικές κυβερνήσεις, ήταν η υιοθέτηση προγραμμάτων ‘διάσωσης’ με διευκόλυνση προσωρινού δανεισμού των χωρών της ευρωζώνης και προστασίας των τραπεζών και του χρηματοπιστωτικού συστήματος με αντίτιμο την εφαρμογή προγραμμάτων ακραίας λιτότητας.
Η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία αλλά και άλλες χώρες εξαναγκάσθηκαν στην περικοπή μισθών και συντάξεων, μείωση δημοσίων δαπανών, συρρίκνωση παροχών πρόνοιας, ιδιωτικοποίηση δημόσιων επιχειρήσεων και απελευθέρωση των αγορών. Το κοινωνικό κόστος από την εφαρμογή τέτοιων μέτρων είναι τεράστιο λόγω τρομακτικής αύξησης της ανεργίας, χρεοκοπίας επιχειρήσεων, συρρίκνωσης της παραγωγής   και εμβάθυνσης της ύφεσης. Ο ελληνικός λαός έχει τεράστια άγνοια για την σύνθεση και τους όρους του δημόσιου χρέους, παρότι η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο εφαρμογής των προγραμμάτων ‘διάσωσης’ της ΕΕ. Η έλλειψη ενημέρωσης είναι μια κορυφαία αποτυχία εφαρμογής δημοκρατικών διαδικασιών στην πλήρη πληροφόρηση των λαών, που καλούνται να σηκώσουν το βάρος των προγραμμάτων της ΕΕ με πελώριο κοινωνικό κόστος.
Η δύναμη της ΕΛΕ δεν εξαρτάται μόνο από τον θεσμικό της ρόλο, αλλά και από την κοινωνική της δικτύωση και την δημιουργία κινημάτων στήριξης (πολιτών, οργανώσεων κλπ) της λειτουργίας της και ολοκλήρωσης του έργου της. Η διευκόλυνση λειτουργίας της, με τη συγκρότηση αυτόνομων επιτροπών κατά τομείς και ειδικά θέματα, είναι επιθυμητή όπου υπάρχει η υπόνοια για ύπαρξη κακοδιαχείρισης και κατασπατάλησης δημοσίου χρήματος (δανειακές συμβάσεις, ομολογιακά δάνεια, εξοπλιστικά προγράμματα, δημόσια έργα, κρατικές προμήθειες, ιδιωτικοποιήσεις, σκανδαλώδεις φορολογικές ρυθμίσεις, γερμανικές οφειλές κλπ). Η δημιουργία της, πέραν του θεσμικού της ρόλου, θα συντείνει στην απόκτηση δικτύωσης των κοινωνικών και πολιτικών οργανώσεων που υιοθετούν την ιδέα ουσιαστικού ελέγχου του δημόσιου χρέους και θα τεκμηριώσει την άρνηση πληρωμής του ‘απεχθούς’ χρέους με ακράδαντα ηθικά, νομικά και πολιτικά επιχειρήματα, αποτινάσσοντας τον ζυγό του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου στην Ελλάδα και την ΕΕ. Χρειάζεται προσοχή στην μη υπέρβαση των ορίων λειτουργίας και δράσης της ΕΛΕ, κατανοώντας ότι ενδεχόμενη συγκρότησή της δεν μπορεί να συνδυασθεί με προσπάθειες ελέγχου και χειραγώγησής της. Απαραίτητος είναι ο σεβασμός στην αυτοτελή υπόστασή της και τον αδιάβλητο και αντικειμενικό τρόπο αξιολόγησης στην διατύπωση εναλλακτικών προτάσεων αντιμετώπισης του δημόσιου χρέους, σε αντιπαράθεση με τις νεοφιλελεύθερες επιλογές των κυρίαρχων ελίτ στην ΕΕ και την Ελλάδα.
-Το 2003 ο νεοεκλεγείς πρόεδρος της Αργεντινής Νέστωρ Κίρχνερ, μετά από περίοδο φοβερής πολιτικής αστάθειας και κοινωνικής εξαθλίωσης λόγω της εφαρμογής των προγραμμάτων του ΔΝΤ, κήρυξε μονομερή στάση πληρωμών, υποτίμησε το εθνικό νόμισμα πέσο κατά 28% και εθνικοποίησε σημαντικούς τομείς της οικονομίας αρνούμενος την αναγνώριση του δημόσιου χρέους. Το επιχείρημά του ήταν ότι το χρήμα που δανείσθηκε η χώρα δεν χρησιμοποιήθηκε προς όφελος του λαού, αλλά διοχετεύθηκε στην εξυπηρέτηση επιχειρηματικών συμφερόντων. Μία ομάδα εξουσιοδοτημένων από τον ΟΗΕ επιθεωρητών, αφού έλεγξαν το περιεχόμενο του χρέους έκριναν ότι το μεγαλύτερο μέρος δεν μπορούσε να θεωρηθεί νόμιμο. Μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις με το ΔΝΤ, το χρέος απομειώθηκε κατά 70% και συμφωνήθηκε η εξόφληση του υπολοίπου με δεσμευτικούς όρους, με αποτέλεσμα την ανάκαμψη της αργεντίνικης οικονομίας μετά την πάροδο μερικών ετών.  
-Το 2007 ο πρόεδρος του Ισημερινού Ραφαέλ Κορέα κάλεσε το ΔΝΤ για επαναδιαπραγμάτευση του δημόσιου χρέους. Συγκρότησε διεθνή ΕΛΕ με την συμμετοχή εγχώριων ανώτερων δικαστικών και κληρικών και ξένων οικονομολόγων και νομικών αναγνωρισμένου κύρους. Μετά την ολοκλήρωση του λογιστικού ελέγχου του δημόσιου χρέους, κήρυξε στάση πληρωμών της χώρας τον Δεκέμβριο του 2008 με την επίκληση ύπαρξης συγκεκριμένων σκανδαλωδών συμβάσεων. Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αναγνώρισε το δικαίωμα της χώρας να μην αποπληρώσει τα χρέη που δημιουργήθηκαν από προηγούμενες διεφθαρμένες κυβερνήσεις. Κατόπιν αυτού οι πιστωτές αναγκάσθηκαν, μετά από διαπραγμάτευση, στην απομείωση κατά 65% του δημόσιου χρέους.
-Με την συμφωνία για το γερμανικό δημόσιο χρέος, που υπογράφηκε και από την Ελλάδα, στο Λονδίνο στις 27 Φεβρουαρίου του 1953 επί καγκελαρίας Κόνραντ Αντενάουερ, 32 χώρες και οι ΗΠΑ δέχθηκαν την διαγραφή-απομείωσή του διακρατικού δημόσιου χρέους κατά 63% Το υπόλοιπο χρέος διευθετήθηκε με ευνοϊκούς όρους βάσει της ίδιας συμφωνίας (πληρωμή σε γερμανικό νόμισμα, επιμήκυνση χρόνου αποπληρωμής, καθορισμός "πλαφόν" στα ποσά που κατέληγαν για την εξυπηρέτησή του με ρήτρες ανάπτυξης, χαριστικά επιτόκια της τάξης του 0%-0,5%), που η Γερμανία αποπλήρωσε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Επιπλέον συμφωνήθηκε η αναστολή αποπληρωμής των γερμανικών οφειλών προς την Ελλάδα (κατοχικό υποχρεωτικό δάνειο) μέχρι την επανένωση της Γερμανίας...

* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μάστερ ειδίκευσης στην τραπεζική-χρηματοοικονομική) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων  , email : nikokal02@yahoo.gr

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Οικονομικές, νομικές και πολιτικές πτυχές του χρέους και ορισμός της έννοιας του ‘απεχθούς’ ή ‘επονείδιστου’ (odious) χρέους

Οικονομικές, νομικές και πολιτικές πτυχές του χρέους  και ορισμός της έννοιας  του ‘απεχθούς’ ή ‘επονείδιστου’ (odious)  χρέους

του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*  14/5/2012

     Στην διεθνή θεωρία και πρακτική υπάρχουν τρεις κύριες προσεγγίσεις, εξετάζοντας τη νομική φύση του δημόσιου χρέους και την αδυναμία αποπληρωμής του: Η πρώτη προσέγγιση, που υιοθετείται από το ΔΝΤ και την πλειοψηφία των αγγλόφωνων θεωρητικών, αντιμετωπίζει το χρέος ως μία συνηθισμένη εμπορική σχέση, που σε περίπτωση αδυναμίας αποπληρωμής του εφαρμόζεται το πτωχευτικό δίκαιο. Πρωταρχικός της στόχος, είναι η εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών-δανειστών. Συνεπώς, τα κράτη υποχρεούνται να λάβουν όλα τα αναγκαία και απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλισθεί η αποπληρωμή του χρέους. Η δεύτερη προσέγγιση, θεωρούμενη ως επικρατούσα, δέχεται ότι τα κράτη έχουν το δικαίωμα άρνησης ή αναστολής πληρωμής του χρέους, αν επικαλεσθούν την ‘κατάσταση ανάγκης’. Αυτή η θέση, υιοθετήθηκε και από την ‘Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου’ του ΟΗΕ (1980 και 1983) και από το ‘Διεθνές Δικαστήριο’ της Χάγης. Δηλαδή  τα κράτη, μέσα στα πλαίσια άσκησης της κρατικής τους κυριαρχίας, μπορούν  να αρνηθούν την αποπληρωμή δανείων, εφόσον είναι ο μόνος τρόπος για να επιτύχουν την εξασφάλιση των ζωτικών τους συμφερόντων έναντι άμεσων και επικείμενων κινδύνων. Π.χ. με βάση αυτό το νομικό–πολιτικό πλαίσιο, η Αργεντινή κήρυξε την κατάσταση ‘έκτακτης ανάγκης στην κοινωνική, διοικητική, οικονομική και συναλλαγματική πολιτική’ αναστέλλοντας την πληρωμή του εξωτερικού χρέους και επιτυγχάνοντας την επαναδιαπραγμάτευσή του που οδήγησε στην διαγραφή του 70% της αξίας του. Οι πράξεις αυτές της Αργεντινής, παρά τις αντιδράσεις ορισμένων θεωρητικών των ΗΠΑ, κρίθηκαν ως σύννομες σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο από εθνικά και διεθνή δικαστήρια. Η τρίτη προσέγγιση, θεωρούμενη ως η ριζοσπαστικότερη, ανατρέχει στο ιστορικό παράδειγμα της διαγραφής όλων των τσαρικών χρεών από την κυβέρνηση της Σοβιετικής Ένωσης το 1921. Αιτιολογήθηκε από τον Β.Ι.Λένιν με το σκεπτικό ότι ‘κανένας λαός δεν είναι υποχρεωμένος να πληρώσει  την αξία αυτών των αλυσίδων που ο ίδιος ο λαός φορούσε στη διάρκεια των αιώνων’. Κατά την μεταπολεμική περίοδο, αναδείχθηκε το αίτημα των χωρών του τρίτου κόσμου για διαγραφή των χρεών τους, κινούμενο στο πλαίσιο του κινήματος για δικαιότερη διεθνή οικονομική τάξη. Αυτό,  υιοθετήθηκε από την Καθολική Εκκλησία (1980) και από την ‘Αρμοστεία για τα ανθρώπινα δικαιώματα’ του ΟΗΕ (1998). Το βασικότερο επιχείρημα αυτής της προσέγγισης, είναι ότι δεν πρέπει να αποπληρώνεται το ‘απεχθές’ χρέος.
     Παρότι στον προσδιορισμό της έννοιας του ‘απεχθούς’ χρέους δεν υπάρχει ομοφωνία, είναι ευρύτερα δεκτός ο ορισμός πού έδωσε ο Ρώσος διεθνολόγος Alexander Shack (1927) που εισήγαγε την έννοια στο διεθνές δίκαιο. Συγκεκριμένα, ως ‘απεχθές’ ορίζεται εκείνο το χρέος που είναι σε βάρος του λαού μιας χώρας, στο οποίο δεν υπήρξε συναίνεση του λαού και ήταν σε γνώση των πιστωτών. Η έμπρακτη εφαρμογή του στις διεθνείς σχέσεις, ως συγκεκριμένη περίπτωση σύνδεσης θεωρίας και πράξης, δικαιώθηκε στην περίπτωση επαναδιαπραγμάτευσης του χρέους του Ισημερινού (2008). Βέβαια η ‘ντε φάκτο’ εφαρμογή του είχε προηγηθεί σε διενέξεις από τον 19ο αιώνα μέχρι  το τέλος του 20ου. 
     Στην διευρυμένη έννοια του ‘απεχθούς’ χρέους, εντάσσονται όλα τα δάνεια που παραβιάζουν αρχές του διεθνούς δικαίου (άδικος πλουτισμός, κατάχρηση δικαιώματος, δόλος, τοκογλυφία, βλάβη, υπερβολικό κόστος δανεισμού, χρήσης ή απειλής χρήσης βίας κλπ ) και όχι απαραίτητα, όπως διατείνονται κάποιοι, τα δάνεια προς δικτατορικά καθεστώτα μόνο. Αυτό απορρέει από την χάρτα των Ηνωμένων Εθνών, την Διεθνή Σύμβαση για τα Πολιτικά Δικαιώματα, την Σύμβαση για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, την Διακήρυξη για το Δικαίωμα στην Ανάπτυξη, την Συνθήκη της Βιέννης που διέπει το δίκαιο των διεθνών συμβάσεων κλπ .
     Είναι απαραίτητο όμως, να αποδειχθεί ότι ο δανεισμός δεν ήταν σε όφελος της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού και συνεπώς δεν είχε τη συναίνεσή του. Κατά την διαδικασία ενώπιον διαιτητικού δικαστηρίου, η κυβέρνηση της οφειλέτριας χώρας πρέπει να προβεί σε απόδειξη του γεγονότος ότι πολλά από τα δημιουργηθέντα, από προηγούμενες κυβερνήσεις, χρέη ανήκουν στην κατηγορία του ‘απεχθούς’ χρέους. Οι πιστωτές αντίθετα, πρέπει να αποδείξουν αφενός ότι οι απαιτήσεις τους δεν εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία και αφετέρου ότι έλαβαν υπόψη την πιστοληπτική ικανότητα του κράτους-οφειλέτη. Αυτό έχει κυρίαρχη σημασία, επειδή στο εθνικό δίκαιο των περισσότερων ευρωπαικών κρατών υπάρχουν διατάξεις που προσδιορίζουν τις ευθύνες των πιστωτών στους όρους και στα όρια του δανεισμού .
     Η προσφυγή μιας χώρας σε διαδικασία διερεύνησης του ‘απεχθούς’ χρέους, εκτός του αποτελέσματος της αμφισβήτησης, έχει άμεσες θετικές επιπτώσεις και στη δυναμική της αναδιαπραγμάτευσης του χρέους. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει βέβαια, το εγχώριο ή διεθνές καθεστώς δικαίου επίλυσης των διαφορών. Οι πολίτες μίας χώρας, μπορούν να παίξουν καταλυτικό ρόλο στην έναρξη της διαδικασίας διερεύνησης και στην ανάδειξη των δυνατοτήτων αμφισβήτησης αποπληρωμής του χρέους, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.  Για την επίτευξη αυτού του σκοπού υπάρχει η δυνατότητα αξιοποίησης παρεμβάσεων στη Επιτροπή Οικονομικών, Κοινωνικών και Πολιτιστικών Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, διευκολύνοντας τη νομική αμφισβήτηση αποπληρωμής του ‘απεχθούς’ χρέους . Κυρίαρχος είναι ο ρόλος, στη διαπίστωση ύπαρξης ‘απεχθούς’ χρέους, του συνολικού ελέγχου του δημόσιου χρέους,  ανακαλύπτοντας τους οικονομικούς και πολιτικούς δεσμούς δημιουργίας του. Αποκαλύπτεται έτσι, το συνολικό ποσό των δανείων, ο σκοπός τους, οι όροι τους, η χρήση τους, το ποσό αποπληρωμής τους, η προμήθεια τους ,το ποσό–μέγεθος  μετατροπής ιδιωτικών χρεών σε δημόσια κλπ. Με αυτό τον τρόπο, θα προσδιορισθεί το άνομο χρέος και θα διαχωρισθεί από το νόμιμο χρέος. Το άνομο χρέος, θα αμφισβητηθεί και θα ακυρωθεί με νομικές και διαφανείς διαδικασίες και θα μπορέσει να υπάρξει επαναδιαπραγμάτευση της αποπληρωμής μέρους ή όλου  του νόμιμου χρέους με ευνοικούς όρους (μη συντρέχουσας ‘κατάστασης ανάγκης’).   
     Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, η πράξη της άρνησης πληρωμής του χρέους αποτελεί έννομη πράξη. Αρκετές χώρες, κατά την διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων, έχουν προσφύγει  σε αυτή, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας που έχει κηρύξει ήδη τέσσερις επίσημες πτωχεύσεις. Οι πιστωτές βέβαια, έχουν το δικαίωμα προσφυγής στα διεθνή ή εσωτερικά δικαστήρια των χωρών, διεκδικώντας την αποπληρωμή του χρέους. Από την εξέταση της σχετικής διεθνούς εμπειρίας και των πολιτικών αντιμετώπισης χρέους, είτε μέσω αναδιαρθρώσεων  είτε μέσω στάσης πληρωμών, εξάγονται πολύτιμα συμπεράσματα για την χάραξη και καθορισμό συγκεκριμένης πολιτικής. Μία ειδική μελέτη της Κεντρικής Τράπεζας της Ισπανίας (2008), συμπεραίνει ότι τα κράτη που προχώρησαν σε προληπτική αναδιάρθρωση χρέους είχαν μικρότερη μείωση του ΑΕΠ με σχετικά μικρό ‘κούρεμα’ του χρέους, επιτυγχάνοντας όμως σημαντική επιμήκυνση του χρόνου εξόφλησής του. Σε αντίθεση, χώρες που προέβησαν σε στάση πληρωμών και κατόπιν σε αναδιάρθρωση, επέτυχαν μεγαλύτερο ‘κούρεμα’ του χρέους. Αποδεικνύεται στατιστικά, ότι οι χώρες που πραγματοποίησαν στάση πληρωμών επέτυχαν μείωση του χρέους μεσοσταθμικά κατά 41,8%, ενώ οι χώρες που προέβησαν σε προληπτική αναδιάρθρωση χρέους επέτυχαν αντίστοιχη μεσοσταθμική μείωσή του κατά μόλις 19,2%.  Ακόμη οι χώρες με στάση πληρωμών, είχαν μεγαλύτερη μείωση του ΑΕΠ της τάξης του 7,5%, αλλά και θεαματική ανάκαμψη το επόμενο έτος της τάξης του 6%, ενώ αντίθετα οι χώρες που προέβησαν σε προληπτική αναδιάρθρωση είχαν μικρότερη πτώση του ΑΕΠ 3,6%, αλλά και μικρότερη ανάκαμψη κατά μόλις 1%. Τα κράτη όμως που έκαναν προληπτική αναδιάρθρωση του χρέους, εξήλθαν γρηγορότερα στις αγορές σε σχέση με αυτά που προχώρησαν σε στάση πληρωμών κλπ 

Σημείωση : Σε προσεχές άρθρο θα ασχοληθούμε με την έννοια της  διεθνούς επιτροπής λογιστικού ελέγχου του χρέους μιας χώρας  (Ε.Λ.Ε.) και σχετικές εμπειρίες εφαρμογής της.

* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μάστερ ειδίκευσης στην τραπεζική-χρηματοοικονομική) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων, email : nikokal02@yahoo.gr  

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Τεκμηρίωση των γερμανικών οφειλών προς την Ελλάδα


Τεκμηρίωση των γερμανικών οφειλών προς την Ελλάδα
        
του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*  28/4/2012

          Η μόνη χώρα της ευρωζώνης, που δεν υπέγραψε την δανειακή σύμβαση Ελλάδας–χωρών ευρωζώνης (έχει επικρατήσει να αναφέρεται ως μνημόνιο Νο1) απευθείας με την Ελλάδα ήταν η Γερμανία (αντ’ αυτής υπέγραψε η γερμανική κρατική επενδυτική τράπεζα ειδικού σκοπού KFW). Ο προφανέστατος λόγος, είναι η ύπαρξη του γερμανικού κατοχικού δανείου και των γερμανικών επανορθώσεων (όχι οι γερμανικές κατοχικές αποζημιώσεις για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά την γερμανική κατοχή,  που πρέπει να διεκδικηθούν). Το ύψος τους κατά το έτος 2010, χωρίς συνυπολογισμό των τόκων, εκτιμάτο σε 162 δις ευρώ.
          Η απόφαση της 19μελούς Διασυμμαχικής Επιτροπής των Παρισίων του 1946, καταλόγισε στη Γερμανία ότι οφείλει να καταβάλλει στην Ελλάδα:
 - 7,1 δις δολάρια, αγοραστικής αξίας 1938, δηλαδή αξίας 108 δις ευρώ το 2010 χωρίς συνυπολογισμό των τόκων, που είναι επανορθώσεις για καταστροφές στις υποδομές κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής και οφείλονται στο ελληνικό δημόσιο.
- Το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο ύψους 3,5 δις δολαρίων, αγοραστικής αξίας 1938, δηλαδή αξίας 54 δις ευρώ το 2010 χωρίς συνυπολογισμό των τόκων. Το δάνειο αυτό, υπολογιζόμενο κάθε έτος, τόσο από την τράπεζα της Ελλάδας, όσο και από την γερμανική κρατική τράπεζα, προκάλεσε καθοριστικά την πείνα και τους εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς από την γερμανική κατοχή.
          Η Γερμανία δεν έχει προβεί σε εξόφληση αυτών των αναγνωρισμένων οφειλών της προς την Ελλάδα, ενώ έχει εξοφλήσει όλες ανεξαιρέτως τις χώρες με τις οποίες βρέθηκε σε εμπόλεμη κατάσταση. Και τα δύο αυτά ποσά δεν έχουν παραγραφεί, ούτε μπορούν να παραγραφούν, γιατί είναι αναγνωρισμένες οφειλές με διεθνείς συμφωνίες και διεθνείς συμβάσεις και είναι αρκετή η έγγραφη απαίτησή τους από την  εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση. Εάν αυτό συνέβαινε και η γερμανική κυβέρνηση αρνιόταν την καταβολή τους, η όποια ελληνική κυβέρνηση θα στοιχειοθετούσε δικαίωμα προσφυγής στα διεθνή δικαστήρια και αναμφισβήτητης δικαίωσής της για την λήψη τους.
          Η σχετική δανειακή συμφωνία του αναγκαστικού γερμανικού κατοχικού δανείου υπογράφηκε την 14/3/1942 από τους πληρεξούσιους της Γερμανίας και της Ιταλίας στην Ελλάδα, Άλτενμπουργκ και Γκίτζι. Η Ελλάδα δεν είχε προσκληθεί και δεν ήταν παρούσα. Στην Ελλάδα την ανακοίνωσε μετά από εννιά μέρες ο Άλτενμπουργκ με την ρηματική διακοίνωση 160/23-3-1942 και ο Γκίτζι με το σημείωμά του Νο4/6406/461/23-3-1942.
Σύμφωνα μ’αυτήν
- Ηελληνική κυβέρνηση υποχρεούται μηνιαία να καταβάλλει έξοδα κατοχής 1,5 δισ. δρχ. (άρθρο 2).
- Οι αναλήψεις από την Τράπεζα της Ελλάδος, άνω του ποσού αυτού θα χρεώνονται στις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας ως άτοκο, σε δραχμές, δάνειο της Ελλάδας προς αυτές (άρθρο 3).
- Η επιστροφή του δανείου θα γινόταν αργότερα (αρθ. 4).
- Η συμφωνία είχε αναδρομική ισχύ από 1/1/1942 (άρθρ. 5).
Η δανειακή σύμβαση αποτελούσε μια συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας που επιβαλλόταν στην Ελλάδα ως υποχρεωτικά εκτελεστή (αναγκαστική). Οι δανειακές αναλήψεις θα είχαν την μορφή μηνιαίων προκαταβολών, το ύψος και η διάρκεια των οποίων δεν προσδιοριζόταν. Επίσης δεν προσδιοριζόταν πότε θα άρχιζε η εξόφληση του, ενώ προσδιοριζόταν ότι ήταν άτοκο και σε δραχμές. Με το εμπιστευτικό έγγραφο 409/2-4-1942 ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών έδινε εντολή στην Τράπεζα Ελλάδος να συμμορφωθεί με τη ρηματική διακοίνωση του Αλτενμπουργκ και να αρχίσει να καταβάλει τις δανειακές προκαταβολές.
           Την αρχική αυτή αναγκαστική σύμβαση ακολούθησαν τρεις τροποποιήσεις με κοινή βούληση των συμβαλλομένων. Αυτές μετατρέπουν την αρχική αναγκαστική σύμβαση σε συμβατική. Δηλαδή το δάνειο παύει να είναι αναγκαστικό και μεταπίπτει σε κοινό συμβατικό δάνειο. Με την πρώτη τροποποίηση (2/12/1942) ορίζεται ότι τα δανειακά ποσά είναι αναπροσαρμοζόμενα και θα αρχίσουν να επιστρέφονται από τον Απρίλιο του 1943 (άρθρο β, παράγραφοι 2 και 3). Μάλιστα κατέβαλαν και δύο εξοφλητικές δόσεις του δανείου και στη συνέχεια σταμάτησαν την επιστροφή του, οπότε μεταπίπτει σε έντοκο λόγω υπερημερίας. Δηλαδή το δάνειο είχε μετατραπεί σε σταθερού νομίσματος και έντοκο. Επομένως το κατοχικό δάνειο είναι συμβατικό και όχι αναγκαστικό, σταθερού νομίσματος και από τον Απρίλιο του 1943 έντοκο. Αποτελεί συμβατική υποχρέωση της Γερμανίας έναντι της Ελλάδας και όχι επανορθωτική. Συνεπώς δεν εντάσσεται στη συμφωνία του Λονδίνου 1953 που ανέστειλε την καταβολή των επανορθώσεων και αποζημιώσεων μέχρι την επανένωση της Γερμανίας.
          Η σημερινή Γερμανία δεν πρέπει να ξεχνά ότι δανείσθηκε από το ελληνικό κράτος κατά παράβαση του άρθρου 49 της σύμβασης της Χάγης του 1909, που ισχύει και σήμερα. Δανείσθηκε από ένα κράτος που η ίδια η ναζιστική Γερμανία είχε χαρακτηρίσει ακατάλυτο και ότι οι ναζί δεν αμφισβήτησαν ποτέ το δάνειο αλλά και άρχισαν την αποπληρωμή του, ενώ και ο καγκελάριος Έρχαρντ το 1964 είχε δεσμευθεί για την επιστροφή του μετά την επανένωση της Γερμανίας. Η Γερμανία δεν πρέπει να ξεχνά ότι η γερμανική κατοχή είναι υπεύθυνη για το οικονομικό ελληνικό ολοκαύτωμα της περιόδου 1940-44, για την αύξηση του πληθωρισμού 15,3 εκατομμύρια φορές και ότι μόνο η Ελλάδα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην τότε Γερμανία πολεμικές αποζημιώσεις. Για την επανόρθωση η Ελλάδα θα χρειαζόταν 33 φορές το εθνικό εισόδημα του 1946. Αυτό η Ελλάδα μετά την λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου θα το αναζητούσε στον εξωτερικό δανεισμό. Από την άλλη πλευρά αυτή που αμφισβητεί και αρνείται την επιστροφή του κατοχικού δανείου είναι η μετά το 1990 ενωμένη και δημοκρατική Γερμανία
          Ο Γερμανός ιστορικός Albrecht Ritchl, σε συνέντευξή του στο γερμανικό περιοδικό Spiegel, ανέφερε εμφατικά ότι εάν η Γερμανία πιέσει την Ελλάδα τότε η χώρα μας μπορεί να αξιώσει την καταβολή των γερμανικών επανορθώσεων και του αναγκαστικού κατοχικού δανείου, ανοίγοντας τους ασκούς του Αιόλου. Ο Γάλλος  οικονομολόγος Jacques Delpla, σε συνέντευξή του στην γαλλική εφημερίδα Les Echos το 2010, υποστήριξε ότι σύμφωνα με υπολογισμούς του το συνολικό ποσό που οφείλει η Γερμανία στη Ελλάδα ανέρχεται στο ποσό των 575 δις ευρώ, με συνυπολογισμό των τόκων. Κατ’ άλλους οικονομολόγους αυτό το ποσό υπερβαίνει σήμερα τα 1,1 τρις ευρώ,   με συνυπολογισμό των τόκων.  Το προκύπτον ποσό είναι άμεσα απαιτητό από την γερμανική κυβέρνηση, μετά την ενοποίηση της Ομοσπονδιακής Γερμανίας και της Λαικής Δημοκρατίας της Γερμανίας το 1990, σύμφωνα με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου.
          Η ελληνική κυβέρνηση δικαιούται και οφείλει να εγγράψει την γερμανική οφειλή στις ανείσπρακτες οφειλές προς το ελληνικό Δημόσιο και στον Κρατικό Προυπολογισμό, με την αιτιολόγηση ότι πρόκειται για άμεσα απαιτητό ληξιπρόθεσμο χρέος. Οι υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών, κατόπιν σχετικής εντολής, μπορούν να προβούν σε όλες τις απαραίτητες σχετικές άμεσες ενέργειες για την είσπραξη του ληξιπρόθεσμου γερμανικού χρέους. Το γεγονός αυτό θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την μετατροπή του προυπολογισμού της χώρας σε εντονότατα πλεονασματικό, την ολοσχερή εξάλειψη του δημόσιου χρέους και την μετατροπή του σε μεγάλο δημόσιο σωρευτικό πλεόνασμα. Συνεπώς θα σήμαινε την έξοδο της Ελλάδας από την δημοσιονομική παρακολούθηση-εποπτεία της ΕΕ, την εκπλήρωση των κριτηρίων της συνθήκης του Μάαστριχτ, την αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας σε ΑΑΑ, την ραγδαία εξαφάνιση των spreads δανεισμού κλπ . Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τους κανονισμούς της Eurostat, η Γερμανία θα υποχρεωνόταν να εγγράψει στον δικό της Κρατικό Προυπολογισμό το οφειλόμενο δημόσιο χρέος προς την Ελλάδα. Με αυτό τον τρόπο θα θέτονταν ζήτημα δημοσιονομικής επιτήρησης της Γερμανίας από την ΕΕ, λόγω μη εκπλήρωσης των κριτηρίων της συνθήκης του Μάαστριχτ και των όρων του Ευρωπαικού Συμφώνου Σταθερότητας, που προσπαθεί να επιβάλει με κάθε τρόπο και με την απειλή ποινών στις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης.  


 * Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μάστερ ειδίκευσης στην τραπεζική-χρηματοοικονομική) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων, email : nikokal02@yahoo.gr