Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Συγκρότηση και δράση της διεθνούς Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ) και ιστορικά παραδείγματα διαγραφής δημόσιου χρέους


Συγκρότηση και δράση της διεθνούς Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου  (ΕΛΕ) και ιστορικά παραδείγματα διαγραφής δημόσιου χρέους
του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*  27/5/2012
Το πρόβλημα του χρέους δεν είναι κάποιο οικονομικό-διαχειριστικό ζήτημα, αλλά ένα συνθετότερο πρόβλημα πού άπτεται όλων των πλευρών της κοινωνικής ζωής και των διεθνών σχέσεων της Ελλάδας. Η πρόταση αντιμετώπισής του αποτελεί το ουσιαστικότερο στοιχείο μιας στρατηγικής διεξόδου από την κρίση. Η αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους έχει πολυποίκιλες προεκτάσεις και απασχολεί εντονότατα το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας. Μεγάλο μέρος των μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων βιώνουν τεράστια αδιέξοδα και δυσκολίες αποπληρωμής του ιδιωτικού χρέους (ληξιπρόθεσμα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, μικρομεσαίες επιχειρήσεις που κλείνουν λόγω αδυναμίας αποπληρωμής επιχειρηματικών δανείων κλπ). Καθίσταται επιτακτική μία πολιτική αντιμετώπισης του ιδιωτικού χρέους με αξιοποίηση του υπάρχοντος νομικού πλαισίου, της δικαιοσύνης και θέσπισης νομοθετικών διατάξεων ελάφρυνσής του. Κάτι αντίστοιχο μπορεί να συμβεί και για την αντιμετώπιση και ελάφρυνση του δημόσιου χρέους. Στο πλαίσιο αυτό είναι κεφαλαιώδους σημασίας η δημιουργία ειδικής διεθνούς επιτροπής λογιστικού ελέγχου (audit) του δημόσιου χρέους και η ακύρωση των ‘μνημονιακών’ πολιτικών που ασκήθηκαν για την αντιμετώπισή του.  
Η συγκρότηση ‘Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου’ (ΕΛΕ) δεν μπορεί να παρομοιασθεί π.χ. με την εξεταστική επιτροπή της Βουλής που έχει συνήθη κατάληξη την συγκάλυψη και όχι την ανάδειξη   των αιτιών, των υπευθύνων και τον καταλογισμό ευθυνών. Η υπόσταση και ο σκοπός της ΕΛΕ είναι επίσης διαφορετικός από αυτόν μιας τεχνικής επιτροπής ή μη κυβερνητικής οργάνωσης που πραγματοποιεί υποδείξεις στην κυβέρνηση. Ο στόχος της είναι ο προσδιορισμός του ‘απεχθούς’ χρέους (έννοια που προσδιορίσαμε σε προηγούμενο άρθρο μας) και η ανάδειξη των πολιτικών ευθυνών της δημιουργίας του. Ο χαρακτήρας και ο τρόπος λειτουργίας της καθορίζονται από τον προσδιορισμένο αυτόν στόχο της και προυποθέτει την ουσιαστική δυνατότητα ελέγχου και ‘ανοίγματος βιβλίων’ της χώρας. Προαπαιτούμενο είναι η κατοχύρωση-διασφάλιση της θεσμικής δικαιοδοσίας και ανεξαρτησίας  της και η στελέχωσή της με διεθνείς προσωπικότητες αδιάβλητου κύρους και αναμφισβήτητης ικανότητας για την ολοκλήρωση του έργου του ελέγχου (οικονομολόγοι, νομικοί, ορκωτοί λογιστές, εφοριακοί, δικαστικοί, εκπρόσωποι συνδικαλιστικών φορέων και κοινωνικών οργανώσεων κλπ).
Η ΕΛΕ θα είναι ανεξάρτητη από τα πολιτικά κόμματα, θα διασφαλίζει την ύπαρξη εξειδικευμένης γνώσης και θα εγγυάται τον δημοκρατικό έλεγχο καθώς και το υπόλογο όλων των εμπλεκομένων. Για την επιτυχία του στόχου της θα έχει πλήρη διαχρονική πρόσβαση στις συμβάσεις και εκδόσεις δημόσιου χρέους, συμπεριλαμβανομένων των εκδόσεων ομολόγων, αλλά και κάθε διμερούς, πολυμερούς ή άλλης μορφής χρέους και δανειακών δημόσιων υποχρεώσεων. Θα της παραχωρηθούν οι απαραίτητες αρμοδιότητες που θα θέτουν στην διάθεσή της όλα τα απαραίτητα έγγραφα για την επιτέλεση του έργου της και οι δυνατότητες κλήσης προς εξέταση δημόσιων λειτουργών και δικαστικής συνδρομής για το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών (π.χ. λογαριασμών του δημοσίου σε ιδιωτικές τράπεζες και στην Τράπεζα της Ελλάδας). Θα έχει, τέλος, επαρκές χρονικό διάστημα  στην διάθεσή της για την μελέτη όλων των συμβάσεων και την σύνταξη του πορίσματός της.
Οι ασκηθείσες πολιτικές της ΕΕ και του ΔΝΤ για την αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους, έχουν επιφέρει ένα τεράστιο κοινωνικό κόστος για την Ελλάδα και είναι δικαίωμα του ελληνικού λαού η πλήρης πληροφόρηση για το δημόσιο, ή εγγυημένο από το κράτος, χρέος. Η ΕΛΕ θα διαπιστώσει και προσδιορίσει τις αιτίες του δημοσίου χρέους, τους όρους με τους οποίους συνάφθηκε και την χρήση των ληφθέντων δανείων. Τα συμπεράσματα που θα εξάγει η ΕΛΕ θα διαμορφώσουν κατάλληλες προτάσεις για την αντιμετώπιση του χρέους, συμπεριλαμβανομένου του χρέους που θα αποδειχθεί ως παράνομο και ‘απεχθές΄ ή επονείδιστο (odious) που θα διαγραφεί σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά το διεθνές δίκαιο. Επιδίωξη της ΕΛΕ πρέπει να είναι η συνδρομή της Ελλάδας στην λήψη των απαραίτητων μέτρων αντιμετώπισης του βάρους του χρέους καθώς και η διαπίστωση των ευθυνών για τις προβληματικές συμβάσεις χρέους. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική-οικονομική κρίση του 2007-2008 έλαβε την μορφή κρίσης χρέους της περιφέρειας της ευρωζώνης. Το ελληνικό δημόσιο χρέος  κυμαινόταν πέριξ των 365-370 δις ευρώ ή 170% του ΑΕΠ περίπου προ της εφαρμογής της εθελοντικής ανταλλαγής ομολόγων –‘κουρέματος’ του κατεχόμενου από ιδιώτες δημόσιου χρέους, γνωστού διεθνώς ως PSI+. Η αντίδραση της ΕΕ, σε συμφωνία με εθνικές κυβερνήσεις, ήταν η υιοθέτηση προγραμμάτων ‘διάσωσης’ με διευκόλυνση προσωρινού δανεισμού των χωρών της ευρωζώνης και προστασίας των τραπεζών και του χρηματοπιστωτικού συστήματος με αντίτιμο την εφαρμογή προγραμμάτων ακραίας λιτότητας.
Η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία αλλά και άλλες χώρες εξαναγκάσθηκαν στην περικοπή μισθών και συντάξεων, μείωση δημοσίων δαπανών, συρρίκνωση παροχών πρόνοιας, ιδιωτικοποίηση δημόσιων επιχειρήσεων και απελευθέρωση των αγορών. Το κοινωνικό κόστος από την εφαρμογή τέτοιων μέτρων είναι τεράστιο λόγω τρομακτικής αύξησης της ανεργίας, χρεοκοπίας επιχειρήσεων, συρρίκνωσης της παραγωγής   και εμβάθυνσης της ύφεσης. Ο ελληνικός λαός έχει τεράστια άγνοια για την σύνθεση και τους όρους του δημόσιου χρέους, παρότι η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο εφαρμογής των προγραμμάτων ‘διάσωσης’ της ΕΕ. Η έλλειψη ενημέρωσης είναι μια κορυφαία αποτυχία εφαρμογής δημοκρατικών διαδικασιών στην πλήρη πληροφόρηση των λαών, που καλούνται να σηκώσουν το βάρος των προγραμμάτων της ΕΕ με πελώριο κοινωνικό κόστος.
Η δύναμη της ΕΛΕ δεν εξαρτάται μόνο από τον θεσμικό της ρόλο, αλλά και από την κοινωνική της δικτύωση και την δημιουργία κινημάτων στήριξης (πολιτών, οργανώσεων κλπ) της λειτουργίας της και ολοκλήρωσης του έργου της. Η διευκόλυνση λειτουργίας της, με τη συγκρότηση αυτόνομων επιτροπών κατά τομείς και ειδικά θέματα, είναι επιθυμητή όπου υπάρχει η υπόνοια για ύπαρξη κακοδιαχείρισης και κατασπατάλησης δημοσίου χρήματος (δανειακές συμβάσεις, ομολογιακά δάνεια, εξοπλιστικά προγράμματα, δημόσια έργα, κρατικές προμήθειες, ιδιωτικοποιήσεις, σκανδαλώδεις φορολογικές ρυθμίσεις, γερμανικές οφειλές κλπ). Η δημιουργία της, πέραν του θεσμικού της ρόλου, θα συντείνει στην απόκτηση δικτύωσης των κοινωνικών και πολιτικών οργανώσεων που υιοθετούν την ιδέα ουσιαστικού ελέγχου του δημόσιου χρέους και θα τεκμηριώσει την άρνηση πληρωμής του ‘απεχθούς’ χρέους με ακράδαντα ηθικά, νομικά και πολιτικά επιχειρήματα, αποτινάσσοντας τον ζυγό του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου στην Ελλάδα και την ΕΕ. Χρειάζεται προσοχή στην μη υπέρβαση των ορίων λειτουργίας και δράσης της ΕΛΕ, κατανοώντας ότι ενδεχόμενη συγκρότησή της δεν μπορεί να συνδυασθεί με προσπάθειες ελέγχου και χειραγώγησής της. Απαραίτητος είναι ο σεβασμός στην αυτοτελή υπόστασή της και τον αδιάβλητο και αντικειμενικό τρόπο αξιολόγησης στην διατύπωση εναλλακτικών προτάσεων αντιμετώπισης του δημόσιου χρέους, σε αντιπαράθεση με τις νεοφιλελεύθερες επιλογές των κυρίαρχων ελίτ στην ΕΕ και την Ελλάδα.
-Το 2003 ο νεοεκλεγείς πρόεδρος της Αργεντινής Νέστωρ Κίρχνερ, μετά από περίοδο φοβερής πολιτικής αστάθειας και κοινωνικής εξαθλίωσης λόγω της εφαρμογής των προγραμμάτων του ΔΝΤ, κήρυξε μονομερή στάση πληρωμών, υποτίμησε το εθνικό νόμισμα πέσο κατά 28% και εθνικοποίησε σημαντικούς τομείς της οικονομίας αρνούμενος την αναγνώριση του δημόσιου χρέους. Το επιχείρημά του ήταν ότι το χρήμα που δανείσθηκε η χώρα δεν χρησιμοποιήθηκε προς όφελος του λαού, αλλά διοχετεύθηκε στην εξυπηρέτηση επιχειρηματικών συμφερόντων. Μία ομάδα εξουσιοδοτημένων από τον ΟΗΕ επιθεωρητών, αφού έλεγξαν το περιεχόμενο του χρέους έκριναν ότι το μεγαλύτερο μέρος δεν μπορούσε να θεωρηθεί νόμιμο. Μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις με το ΔΝΤ, το χρέος απομειώθηκε κατά 70% και συμφωνήθηκε η εξόφληση του υπολοίπου με δεσμευτικούς όρους, με αποτέλεσμα την ανάκαμψη της αργεντίνικης οικονομίας μετά την πάροδο μερικών ετών.  
-Το 2007 ο πρόεδρος του Ισημερινού Ραφαέλ Κορέα κάλεσε το ΔΝΤ για επαναδιαπραγμάτευση του δημόσιου χρέους. Συγκρότησε διεθνή ΕΛΕ με την συμμετοχή εγχώριων ανώτερων δικαστικών και κληρικών και ξένων οικονομολόγων και νομικών αναγνωρισμένου κύρους. Μετά την ολοκλήρωση του λογιστικού ελέγχου του δημόσιου χρέους, κήρυξε στάση πληρωμών της χώρας τον Δεκέμβριο του 2008 με την επίκληση ύπαρξης συγκεκριμένων σκανδαλωδών συμβάσεων. Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αναγνώρισε το δικαίωμα της χώρας να μην αποπληρώσει τα χρέη που δημιουργήθηκαν από προηγούμενες διεφθαρμένες κυβερνήσεις. Κατόπιν αυτού οι πιστωτές αναγκάσθηκαν, μετά από διαπραγμάτευση, στην απομείωση κατά 65% του δημόσιου χρέους.
-Με την συμφωνία για το γερμανικό δημόσιο χρέος, που υπογράφηκε και από την Ελλάδα, στο Λονδίνο στις 27 Φεβρουαρίου του 1953 επί καγκελαρίας Κόνραντ Αντενάουερ, 32 χώρες και οι ΗΠΑ δέχθηκαν την διαγραφή-απομείωσή του διακρατικού δημόσιου χρέους κατά 63% Το υπόλοιπο χρέος διευθετήθηκε με ευνοϊκούς όρους βάσει της ίδιας συμφωνίας (πληρωμή σε γερμανικό νόμισμα, επιμήκυνση χρόνου αποπληρωμής, καθορισμός "πλαφόν" στα ποσά που κατέληγαν για την εξυπηρέτησή του με ρήτρες ανάπτυξης, χαριστικά επιτόκια της τάξης του 0%-0,5%), που η Γερμανία αποπλήρωσε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Επιπλέον συμφωνήθηκε η αναστολή αποπληρωμής των γερμανικών οφειλών προς την Ελλάδα (κατοχικό υποχρεωτικό δάνειο) μέχρι την επανένωση της Γερμανίας...

* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μάστερ ειδίκευσης στην τραπεζική-χρηματοοικονομική) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων  , email : nikokal02@yahoo.gr

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Οικονομικές, νομικές και πολιτικές πτυχές του χρέους και ορισμός της έννοιας του ‘απεχθούς’ ή ‘επονείδιστου’ (odious) χρέους

Οικονομικές, νομικές και πολιτικές πτυχές του χρέους  και ορισμός της έννοιας  του ‘απεχθούς’ ή ‘επονείδιστου’ (odious)  χρέους

του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*  14/5/2012

     Στην διεθνή θεωρία και πρακτική υπάρχουν τρεις κύριες προσεγγίσεις, εξετάζοντας τη νομική φύση του δημόσιου χρέους και την αδυναμία αποπληρωμής του: Η πρώτη προσέγγιση, που υιοθετείται από το ΔΝΤ και την πλειοψηφία των αγγλόφωνων θεωρητικών, αντιμετωπίζει το χρέος ως μία συνηθισμένη εμπορική σχέση, που σε περίπτωση αδυναμίας αποπληρωμής του εφαρμόζεται το πτωχευτικό δίκαιο. Πρωταρχικός της στόχος, είναι η εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών-δανειστών. Συνεπώς, τα κράτη υποχρεούνται να λάβουν όλα τα αναγκαία και απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλισθεί η αποπληρωμή του χρέους. Η δεύτερη προσέγγιση, θεωρούμενη ως επικρατούσα, δέχεται ότι τα κράτη έχουν το δικαίωμα άρνησης ή αναστολής πληρωμής του χρέους, αν επικαλεσθούν την ‘κατάσταση ανάγκης’. Αυτή η θέση, υιοθετήθηκε και από την ‘Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου’ του ΟΗΕ (1980 και 1983) και από το ‘Διεθνές Δικαστήριο’ της Χάγης. Δηλαδή  τα κράτη, μέσα στα πλαίσια άσκησης της κρατικής τους κυριαρχίας, μπορούν  να αρνηθούν την αποπληρωμή δανείων, εφόσον είναι ο μόνος τρόπος για να επιτύχουν την εξασφάλιση των ζωτικών τους συμφερόντων έναντι άμεσων και επικείμενων κινδύνων. Π.χ. με βάση αυτό το νομικό–πολιτικό πλαίσιο, η Αργεντινή κήρυξε την κατάσταση ‘έκτακτης ανάγκης στην κοινωνική, διοικητική, οικονομική και συναλλαγματική πολιτική’ αναστέλλοντας την πληρωμή του εξωτερικού χρέους και επιτυγχάνοντας την επαναδιαπραγμάτευσή του που οδήγησε στην διαγραφή του 70% της αξίας του. Οι πράξεις αυτές της Αργεντινής, παρά τις αντιδράσεις ορισμένων θεωρητικών των ΗΠΑ, κρίθηκαν ως σύννομες σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο από εθνικά και διεθνή δικαστήρια. Η τρίτη προσέγγιση, θεωρούμενη ως η ριζοσπαστικότερη, ανατρέχει στο ιστορικό παράδειγμα της διαγραφής όλων των τσαρικών χρεών από την κυβέρνηση της Σοβιετικής Ένωσης το 1921. Αιτιολογήθηκε από τον Β.Ι.Λένιν με το σκεπτικό ότι ‘κανένας λαός δεν είναι υποχρεωμένος να πληρώσει  την αξία αυτών των αλυσίδων που ο ίδιος ο λαός φορούσε στη διάρκεια των αιώνων’. Κατά την μεταπολεμική περίοδο, αναδείχθηκε το αίτημα των χωρών του τρίτου κόσμου για διαγραφή των χρεών τους, κινούμενο στο πλαίσιο του κινήματος για δικαιότερη διεθνή οικονομική τάξη. Αυτό,  υιοθετήθηκε από την Καθολική Εκκλησία (1980) και από την ‘Αρμοστεία για τα ανθρώπινα δικαιώματα’ του ΟΗΕ (1998). Το βασικότερο επιχείρημα αυτής της προσέγγισης, είναι ότι δεν πρέπει να αποπληρώνεται το ‘απεχθές’ χρέος.
     Παρότι στον προσδιορισμό της έννοιας του ‘απεχθούς’ χρέους δεν υπάρχει ομοφωνία, είναι ευρύτερα δεκτός ο ορισμός πού έδωσε ο Ρώσος διεθνολόγος Alexander Shack (1927) που εισήγαγε την έννοια στο διεθνές δίκαιο. Συγκεκριμένα, ως ‘απεχθές’ ορίζεται εκείνο το χρέος που είναι σε βάρος του λαού μιας χώρας, στο οποίο δεν υπήρξε συναίνεση του λαού και ήταν σε γνώση των πιστωτών. Η έμπρακτη εφαρμογή του στις διεθνείς σχέσεις, ως συγκεκριμένη περίπτωση σύνδεσης θεωρίας και πράξης, δικαιώθηκε στην περίπτωση επαναδιαπραγμάτευσης του χρέους του Ισημερινού (2008). Βέβαια η ‘ντε φάκτο’ εφαρμογή του είχε προηγηθεί σε διενέξεις από τον 19ο αιώνα μέχρι  το τέλος του 20ου. 
     Στην διευρυμένη έννοια του ‘απεχθούς’ χρέους, εντάσσονται όλα τα δάνεια που παραβιάζουν αρχές του διεθνούς δικαίου (άδικος πλουτισμός, κατάχρηση δικαιώματος, δόλος, τοκογλυφία, βλάβη, υπερβολικό κόστος δανεισμού, χρήσης ή απειλής χρήσης βίας κλπ ) και όχι απαραίτητα, όπως διατείνονται κάποιοι, τα δάνεια προς δικτατορικά καθεστώτα μόνο. Αυτό απορρέει από την χάρτα των Ηνωμένων Εθνών, την Διεθνή Σύμβαση για τα Πολιτικά Δικαιώματα, την Σύμβαση για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, την Διακήρυξη για το Δικαίωμα στην Ανάπτυξη, την Συνθήκη της Βιέννης που διέπει το δίκαιο των διεθνών συμβάσεων κλπ .
     Είναι απαραίτητο όμως, να αποδειχθεί ότι ο δανεισμός δεν ήταν σε όφελος της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού και συνεπώς δεν είχε τη συναίνεσή του. Κατά την διαδικασία ενώπιον διαιτητικού δικαστηρίου, η κυβέρνηση της οφειλέτριας χώρας πρέπει να προβεί σε απόδειξη του γεγονότος ότι πολλά από τα δημιουργηθέντα, από προηγούμενες κυβερνήσεις, χρέη ανήκουν στην κατηγορία του ‘απεχθούς’ χρέους. Οι πιστωτές αντίθετα, πρέπει να αποδείξουν αφενός ότι οι απαιτήσεις τους δεν εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία και αφετέρου ότι έλαβαν υπόψη την πιστοληπτική ικανότητα του κράτους-οφειλέτη. Αυτό έχει κυρίαρχη σημασία, επειδή στο εθνικό δίκαιο των περισσότερων ευρωπαικών κρατών υπάρχουν διατάξεις που προσδιορίζουν τις ευθύνες των πιστωτών στους όρους και στα όρια του δανεισμού .
     Η προσφυγή μιας χώρας σε διαδικασία διερεύνησης του ‘απεχθούς’ χρέους, εκτός του αποτελέσματος της αμφισβήτησης, έχει άμεσες θετικές επιπτώσεις και στη δυναμική της αναδιαπραγμάτευσης του χρέους. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει βέβαια, το εγχώριο ή διεθνές καθεστώς δικαίου επίλυσης των διαφορών. Οι πολίτες μίας χώρας, μπορούν να παίξουν καταλυτικό ρόλο στην έναρξη της διαδικασίας διερεύνησης και στην ανάδειξη των δυνατοτήτων αμφισβήτησης αποπληρωμής του χρέους, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.  Για την επίτευξη αυτού του σκοπού υπάρχει η δυνατότητα αξιοποίησης παρεμβάσεων στη Επιτροπή Οικονομικών, Κοινωνικών και Πολιτιστικών Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, διευκολύνοντας τη νομική αμφισβήτηση αποπληρωμής του ‘απεχθούς’ χρέους . Κυρίαρχος είναι ο ρόλος, στη διαπίστωση ύπαρξης ‘απεχθούς’ χρέους, του συνολικού ελέγχου του δημόσιου χρέους,  ανακαλύπτοντας τους οικονομικούς και πολιτικούς δεσμούς δημιουργίας του. Αποκαλύπτεται έτσι, το συνολικό ποσό των δανείων, ο σκοπός τους, οι όροι τους, η χρήση τους, το ποσό αποπληρωμής τους, η προμήθεια τους ,το ποσό–μέγεθος  μετατροπής ιδιωτικών χρεών σε δημόσια κλπ. Με αυτό τον τρόπο, θα προσδιορισθεί το άνομο χρέος και θα διαχωρισθεί από το νόμιμο χρέος. Το άνομο χρέος, θα αμφισβητηθεί και θα ακυρωθεί με νομικές και διαφανείς διαδικασίες και θα μπορέσει να υπάρξει επαναδιαπραγμάτευση της αποπληρωμής μέρους ή όλου  του νόμιμου χρέους με ευνοικούς όρους (μη συντρέχουσας ‘κατάστασης ανάγκης’).   
     Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, η πράξη της άρνησης πληρωμής του χρέους αποτελεί έννομη πράξη. Αρκετές χώρες, κατά την διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων, έχουν προσφύγει  σε αυτή, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας που έχει κηρύξει ήδη τέσσερις επίσημες πτωχεύσεις. Οι πιστωτές βέβαια, έχουν το δικαίωμα προσφυγής στα διεθνή ή εσωτερικά δικαστήρια των χωρών, διεκδικώντας την αποπληρωμή του χρέους. Από την εξέταση της σχετικής διεθνούς εμπειρίας και των πολιτικών αντιμετώπισης χρέους, είτε μέσω αναδιαρθρώσεων  είτε μέσω στάσης πληρωμών, εξάγονται πολύτιμα συμπεράσματα για την χάραξη και καθορισμό συγκεκριμένης πολιτικής. Μία ειδική μελέτη της Κεντρικής Τράπεζας της Ισπανίας (2008), συμπεραίνει ότι τα κράτη που προχώρησαν σε προληπτική αναδιάρθρωση χρέους είχαν μικρότερη μείωση του ΑΕΠ με σχετικά μικρό ‘κούρεμα’ του χρέους, επιτυγχάνοντας όμως σημαντική επιμήκυνση του χρόνου εξόφλησής του. Σε αντίθεση, χώρες που προέβησαν σε στάση πληρωμών και κατόπιν σε αναδιάρθρωση, επέτυχαν μεγαλύτερο ‘κούρεμα’ του χρέους. Αποδεικνύεται στατιστικά, ότι οι χώρες που πραγματοποίησαν στάση πληρωμών επέτυχαν μείωση του χρέους μεσοσταθμικά κατά 41,8%, ενώ οι χώρες που προέβησαν σε προληπτική αναδιάρθρωση χρέους επέτυχαν αντίστοιχη μεσοσταθμική μείωσή του κατά μόλις 19,2%.  Ακόμη οι χώρες με στάση πληρωμών, είχαν μεγαλύτερη μείωση του ΑΕΠ της τάξης του 7,5%, αλλά και θεαματική ανάκαμψη το επόμενο έτος της τάξης του 6%, ενώ αντίθετα οι χώρες που προέβησαν σε προληπτική αναδιάρθρωση είχαν μικρότερη πτώση του ΑΕΠ 3,6%, αλλά και μικρότερη ανάκαμψη κατά μόλις 1%. Τα κράτη όμως που έκαναν προληπτική αναδιάρθρωση του χρέους, εξήλθαν γρηγορότερα στις αγορές σε σχέση με αυτά που προχώρησαν σε στάση πληρωμών κλπ 

Σημείωση : Σε προσεχές άρθρο θα ασχοληθούμε με την έννοια της  διεθνούς επιτροπής λογιστικού ελέγχου του χρέους μιας χώρας  (Ε.Λ.Ε.) και σχετικές εμπειρίες εφαρμογής της.

* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μάστερ ειδίκευσης στην τραπεζική-χρηματοοικονομική) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων, email : nikokal02@yahoo.gr