Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Το αβέβαιο μέλλον του ευρώ. Υπάρχει προοπτική για την ΟΝΕ και την ευρωζώνη;

Το αβέβαιο μέλλον του ευρώ. Υπάρχει προοπτική  για την ΟΝΕ και την ευρωζώνη;       

του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*    27/6/2012

Η πρώτη δεκαετία λειτουργίας της ΟΝΕ και του ευρώ θεωρήθηκε γενικά επιτυχημένη και η κυκλοφορία του κοινού νομίσματος πραγματοποιήθηκε χωρίς προβλήματα, ενώ η ΕΚΤ ανταποκρίθηκε θετικά στον έστω παράδοξο και στρεβλό ρόλο που της επιφυλάχθηκε με την δημιουργία της. Η ευρωζώνη χαρακτηρίσθηκε από έντονη οικονομική ανάπτυξη και αυξανόμενη απασχόληση, που τροφοδοτούνταν όμως από διαρκώς αυξανόμενα σωρευτικά χρέη. Η τεράστια προσφορά αγαθών από τις αναδυόμενες οικονομίες (Κίνα κλπ) συνέτεινε στην διατήρηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα. Στο παρασκήνιο όμως υπέβοσκαν, καλά κρυμμένα, τα προβλήματα και οι ανισορροπίες που προκαλούνταν από την μεγάλη ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας. Πληθωριστικές φούσκες εμφανίστηκαν σε διάφορες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων, με χαρακτηριστική αυτή της αγοράς ακινήτων, που έλαβε τρομακτικό μέγεθος, ιδιαίτερα στις Ιρλανδία και Ισπανία. Αν και η ευρωζώνη ήταν τυχερή στην έναρξη του βίου της, υπέθαλψε και ανέπτυξε πολλαπλές δυνητικές κρίσεις στους κόλπους της.
Η οικονομική κρίση του 2007-2008 και η επακόλουθη ύφεση έστρεψαν την προσοχή στα δομικά-διαρθρωτικά προβλήματα της ευρωζώνης. Η κρίση ενεργοποιήθηκε ουσιαστικά στο τέλος του 2009, μετά την ομολογία της ελληνικής κυβέρνησης για αλλοίωση των στατιστικών στοιχείων και άσχημη δημοσιονομική κατάσταση της οικονομίας. Η δραστηριοποίηση της ΕΚΤ στην δευτερογενή αγορά ομολόγων και η δημιουργία του Ευρωπαικού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), κατεύνασαν εντελώς πρόσκαιρα και φευγαλέα την ακόρεστη δίψα των ‘αγορών’. Ήταν πασιφανές ότι η Ελλάδα στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία ήταν ο αδύναμος κρίκος της καταφανώς λανθασμένα δομημένης αλυσίδας της ευρωζώνης. Η διαχείριση της κρίσης από τις ευρωπαικές αρχές δεν διέθετε ούτε την απαραίτητη ταχύτητα δράσης, ήταν γεμάτη ασυνέπειες και λανθασμένες και διαφορετικές ερμηνείες. Η κρίση του τέλους του 2010 που τοποθέτησε την Ιρλανδία στο επίκεντρο και η επακόλουθη της Πορτογαλίας την άνοιξη του 2011, έθεσαν και τις 2 χώρες στον μηχανισμό ‘διάσωσης’ του EFSF και ανέδειξαν, με τον πιο κραυγαλέο τρόπο, τον συστημικό χαρακτήρα της κρίσης. Από τα μέσα του 2011 είχε γίνει εμφανής και αναπόφευκτη μία δεύτερη προσπάθεια ΄διάσωσης’ της Ελλάδας. Ήδη προ των πυλών ένταξης στον μηχανισμό ‘διάσωσης’ βρίσκονται η μικρή Κύπρος αλλά και η μεγάλη Ισπανία (ως ποσοστά συμμετοχής στο συνολικό ΑΕΠ της ευρωζώνης). Οι περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης είναι υποχρεωτικά παγιδευμένες σε μία λανθασμένη προσέγγιση που εστιάζει αποκλειστικά στον δανεισμό χρημάτων με αντάλλαγμα υποσχέσεις εξοντωτικής λιτότητας και ‘διαρθρωτικών’ αλλαγών στην κατεύθυνση της απορύθμισης των εργασιακών σχέσεων και θεσμών. Οι εγγενείς αντιφάσεις αυτής της προσέγγισης, μετέτρεψαν την επισφαλή κατάσταση των κρίσεων υπερχρέωσης σε έναν ατέρμονα καταστροφικότατο κύκλο. Η εμβάθυνση της κρίσης, συνοδευόμενη από την ασυναρτησία και τα κοντόφθαλμα εθνικιστικά αντανακλαστικά της Γερμανίας, κατέστησε ορατό τον κίνδυνο διάλυσης της ΟΝΕ και της ευρωζώνης. Ποιο είναι το μέλλον του ευρώ? Τα πιθανά εξεταζόμενα σενάρια είναι η διατήρηση του συστήματος δόμησης της ευρωζώνης, η απόρριψη αυτού του συστήματος και η ριζική αναμόρφωση-ανασύνθεσή του.
Η διατήρηση του συστήματος δόμησης της ευρωζώνης, προυποθέτει την αντιμετώπιση της κρίσης μέσα σε αυτήν από τις αρχές (εθνικές κυβερνήσεις, ρυθμιστικές αρχές, ΕΚΤ, Ευρωπαική Επιτροπή, ΔΝΤ) με επιμονή στην άσκηση των πολιτικών που ως τώρα ακολουθήθηκαν. Η προσέγγιση αυτή, που διαμορφώθηκε στην διάρκεια εξέλιξης της κρίσης, εκδηλώνεται με 2 κύριες παρεμβάσεις. Η πρώτη παρέμβαση διαρκώς εγκρίνει πιστώσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος, υπό τον φόβο ότι μια άτακτη χρεοκοπία μίας ή περισσότερων χωρών θα προκαλούσε μία νέα τραπεζική κρίση. Αυτό βασίζεται στο γεγονός ότι οι οφειλές των PIIGS (Portugal, Italy , Ireland, Greece, Spain) στις ευρωπαικές τράπεζες ανέρχονταν τον Μάρτιο του 2011 στο ποσό των 2,2 τρισεκατομμυρίων ευρώ. Μέσω των προγραμμάτων ‘διάσωσης’, χρήματα που εισφέρθηκαν στο EFSF από τις εθνικές κυβερνήσεις των μελών της ΕΕ και της ευρωζώνης συνδυαζόμενα με τις πιστώσεις του ΔΝΤ, τα συγκεντρωθέντα ποσά αποτελούσαν ένα πρόσθετο δημοσιονομικό βάρος για τις ‘διασωζόμενες’ χώρες και επιπλέον αυξανόμενο κίνδυνο υποβάθμισης της πιστοληπτικής τους ικανότητας-αξιολόγησης. Η δεύτερη παρέμβαση αφορούσε σε παροχή πιστώσεων  από την ΕΚΤ προς τις τράπεζες των ‘διασωζόμενων’ χωρών, Ισπανίας και Βελγίου έναντι εγγυήσεων (ομόλογα και δημόσιοι τίτλοι έκδοσης των αντίστοιχων χωρών) καθώς και στις άτυπες στοχευμένες αγορές κρατικών ομολόγων από την δευτερογενή αγορά. Σε πολιτικό επίπεδο, αυτό συνοδευόταν από τον εξαναγκασμό αποδοχής προγραμμάτων ακραίας λιτότητας και ‘μεταρρυθμίσεων’ από τις ‘διασωζόμενες’ χώρες (άκρατη περικοπή δαπανών και ραγδαία αύξηση φόρων για δημοσιονομικό εξορθολογισμό) με αιτιολογία το χρέος τους να καταστεί βιώσιμο. Ένα επιπλέον όπλο είναι η αναδιάρθρωση χρέους που δεν μεταβάλλει όμως ουσιαστικά τις προοπτικές της προς ‘διάσωση’ χώρας. Μία απομείωση-‘κούρεμα’ κατά 50% του ανεξόφλητου κρατικού χρέους δεν βελτιώνει την διεθνή ανταγωνιστικότητα της χώρας και οι προοπτικές ανάπτυξής της ουσιαστικά παραμένουν αμετάβλητες. Η συνεισφορά μιας τέτοιας δραστικής διαγραφής χρέους  στον κρατικό προυπολογισμό παραμένει αμφίβολη και ενδεχομένως ανεπαρκής για την εξάλειψη του ελλείμματός του, μέσω της μειωμένης δαπάνης για καταβολή τόκων.  Η μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη για την έξοδο των περιφερειακών χωρών από την κρίση, εκτός της βραχυπρόθεσμης λύσης των περικοπών δαπανών και των αυξήσεων φόρων, βασίζεται στην περικοπή των μισθών για την ανάκτηση-αποκατάσταση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Η λογική της είναι η ανάκτηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας μέσω της εσωτερικής υποτίμησης εστιάζοντας στους μισθούς, αφού μία χώρα εντασσόμενη σε μία νομισματική ένωση χάνει το εργαλείο-δυνατότητα της υποτίμησης του εθνικού νομίσματός της. Η συμπίεση όμως του μισθολογικού κόστους επιδεινώνει τις παραγόμενες ήδη, από τις περικοπές δαπανών και αυξήσεις φόρων, αποπληθωριστικές τάσεις αυξάνοντας την ανεργία και εμβαθύνοντας την ύφεση. Επιπλέον, το ανεξόφλητο χρέος αυξάνεται ταχέως λόγω της αύξησης των τόκων, δημιουργώντας δημοσιονομικά ελλείμματα. Ακόμη η προκαλούμενη μείωση του ΑΕΠ αυξάνει αυτόματα το χρέος (μετρούμενο ως ποσοστό του).  Οι 3 χώρες, που ως τώρα έχουν ενταχθεί σε μηχανισμό ‘διάσωσης’, εκπροσωπούν ένα ποσοστό 6,1% του ΑΕΠ της ευρωζώνης, αλλά η προσφυγή της Ισπανίας που  εκπροσωπεί το 11,5% του ΑΕΠ ή και μελλοντικά του Βελγίου (3,8%) και ακόμη χειρότερα της Ιταλίας (16,8% του ευρωζωνικού ΑΕΠ) θα δημιουργήσει μια εκρηκτική και ουσιαστικά μη αντιμετωπίσιμη κατάσταση. Ακόμη χειρότερα, είναι πέρα από την λογική τι θα επακολουθήσει στην περίπτωση της Γαλλίας, που κατέχει το 21,2% του ευρωζωνικού ΑΕΠ.. Είναι αναπόφευκτη η τελική αποτυχία του μηχανισμού ‘διάσωσης’ και το τέλος θα επέλθει όταν κάποια από τις πλουσιότερες χώρες αρνηθεί να προσφέρει τα απαραίτητα χρήματα.
Η απόρριψη του συστήματος δόμησης της ευρωζώνης σημαίνει την οικειοθελή ή αναγκαστική αποχώρηση κάποιων χωρών από την ΟΝΕ ως η λιγότερο κακή διαθέσιμη επιλογή. Προφανώς σε μία τέτοια περίπτωση η χώρα μας είναι η πρώτη υποψήφια γι’αυτό. Αν οι ως τώρα ακολουθούμενες πολιτικές συνεχισθούν αδιάλειπτα, θα καταστήσουν μονόδρομο την απόρριψη του συστήματος για τις χώρες που έχουν ενταχθεί στον μηχανισμό ‘διάσωσης’. Μία έξοδος από την ευρωζώνη θα αύξανε σε φοβερό βαθμό την διεθνή ανταγωνιστικότητα και τις προοπτικές ανάπτυξης αυτών των χωρών αυτόματα, λόγω της αναπόφευκτης τεράστιας υποτίμησης των εθνικών νομισμάτων έναντι του ευρώ και άλλων νομισμάτων. Βέβαια μία οικονομική ανάπτυξη που θα βασιζόταν μόνο στην υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, δεν θα μακροημέρευε και θα διαρκούσε για σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Η έξοδος κάποιας ή κάποιων χωρών από την ευρωζώνη θα επέφερε τεράστιο κόστος και την αναπόφευκτη διάλυση της ευρωζώνης, λόγω του φαινομένου του ντόμινο και της αδίστακτης επίθεσης των αγορών στην επόμενη υποψήφια προς αποχώρηση χώρα κ.ο.κ. Η δυνατότητα αυτή ανατρέχει στα ιστορικά παραδείγματα της Αργεντινής και πιο πρόσφατα της Ισλανδίας. Καμία όμως από τις 2 χώρες δεν ανήκε σε νομισματική ένωση με κοινό νόμισμα. Η Αργεντινή είχε απλά  ‘κλειδωμένη’ την ισοτιμία του πέσο με το δολάριο με σχέση 1:1 και αρκούσε η απελευθέρωση διακύμανσης της συναλλαγματικής της ισοτιμίας που επέφερε μια υποτίμηση της τάξης του 70% μαζί με υποχρεωτική απομείωση- ‘κούρεμα’ 65% στην αξία των κατεχόμενων από αλλοδαπούς ομολόγων της.  Αυτό επέφερε πληθωρισμό 26% το 2002,13% το 2003 για να ‘ομαλοποιηθεί’ στη συνέχεια στο 4%,ποσοστό ανάπτυξης 8,5% από το 2003 ως το 2008, εκρηκτική ανάπτυξη των εξαγωγών 15-20% μετά το 2002 και πλεόνασμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών κατά μέσο όρο 3% του ΑΕΠ την ίδια περίοδο με ταυτόχρονη μείωση του δημόσιου χρέους στο 40% του ΑΕΠ. Κατά πολλούς οι ενταχθείσες στον μηχανισμό ‘διάσωσης’ χώρες, αλλά και η Ισπανία (με την επισήμανση ότι κάποιοι θεωρούν ότι η Ελλάδα του 2011 βρισκόταν σε ακόμη δυσχερέστερη θέση) έχουν πολλά κοινά με την Αργεντινή του 2001: μεγάλη απώλεια διεθνούς ανταγωνιστικότητας, αποδιοργάνωση δημόσιων οικονομικών, αυξανόμενο δημόσιο χρέος σε μη βιώσιμα επίπεδα, μη υγιή οικονομική ανάπτυξη, έντονη φυγή κεφαλαίων, τεράστια ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών και απώλεια επενδυτικής εμπιστοσύνης.  Να προσθέσουμε ακόμη ότι η Ισλανδία μάλλον ήταν τυχερή επειδή δεν είχε τα προσόντα για διάσωση αφού δεν ήταν μέλος της ΕΕ. Οι διασώσεις της Ευρώπης το μόνο που ουσιαστικά έκαναν, ήταν η διοχέτευση διαρκώς μεγαλύτερων πόρων σε αποτυχημένα εγχειρήματα, αναβάλλοντας και εμβαθύνοντας τις συνέπειες της κρίσης. Η αναδιάρθρωση της Ισλανδίας, αν και επώδυνη και δαπανηρή για τον πληθυσμό, δεν σπατάλησε και άλλα χρήματα στην προσπάθεια να περισώσει τα ήδη χαμένα, μη επωμίζοντας στους φορολογούμενούς της την εθνικοποίηση των ιδιωτικών χρεών των άσωτων τραπεζών της.
Η αποδοτική λειτουργία μιας βέλτιστης νομισματικής ένωσης-ζώνης προυποθέτει την εκπλήρωση ορισμένων συνθηκών και εξαρτάται από αυτές. Στην περίπτωση της ευρωζώνης δεν εκπληρώνονται (μερικά ή ολικά): πολιτική ένωση, δημοσιονομική ενοποίηση, κινητικότητα εργατικού δυναμικού και ευελιξία τιμών-μισθών. Οι κρίσεις υπερχρέωσης των περιφερειακών χωρών της κατέδειξαν  αναμφίβολα τις συνέπειες της μη εκπλήρωσης αυτών των συνθηκών και την προβληματική φύση της ΟΝΕ και της δόμησης της ευρωζώνης. Στα πλαίσια της ριζικής αναμόρφωσης-ανασύνθεσης του συστήματος δόμησής της  κρίνουμε ως αναγκαία και απαραίτητα τα παρακάτω.
- Επιβάλλεται η αλλαγή του ρόλου και της λειτουργίας της ΕΚΤ, από υπερ-τράπεζα των ευρωπαικών τραπεζών που λειτουργεί ως τώρα, στην κατεύθυνση που λειτουργεί οποιαδήποτε κεντρική τράπεζα στον κόσμο,  αναλαμβάνοντας  και  τον  ρόλο της συνολικής διαχείρισης των κρατικών χρεών των χωρών της ευρωζώνης.  
- Αναγκαία  είναι  η  ριζική  αλλαγή της αρχιτεκτονικής της ευρωζώνης, με κατάργηση του ‘Συμφώνου Σταθερότητας’   και  του  ‘Συμφώνου  για  το  ευρώ’  και αντικατάστασής τους με ένα ‘Σύμφωνο Ανάπτυξης και Απασχόλησης’ διαφορετικού περιεχομένου.
- Οι πολιτικές  τύπου  ‘Μνημονίου’,  στο  πλαίσιο  λειτουργίας  μηχανισμών  που εφαρμόζουν περιοριστικές δημοσιονομικές  πολιτικές σε συνεργασία με το ΔΝΤ (EFSF και ESM μελλοντικά), όπως φάνηκε στην περίπτωση της Ελλάδας, αλλά και της Ιρλανδίας και Πορτογαλίας, οδηγούν σε μεγαλύτερη ύφεση επιτείνοντας το οικονομικό αδιέξοδο   και  δεν  λύνουν  με  ουσιαστικό τρόπο το υφιστάμενο πρόβλημα. Αντίθετα πρέπει να εφαρμοσθεί πολιτική μεταφοράς δημοσιονομικών πόρων από πλεονασματικές σε ελλειμματικές εμπορικά χώρες, στα πλαίσια επίτευξης ομοιογένειας και ομοσπονδιοποίησης της ευρωζώνης αλλά και της ΕΕ.
Η αλήθεια για την κρίση στην ευρωζώνη, είναι ότι οι ‘διασώσεις’ της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας, αλλά και όποιων άλλων χωρών της μελλοντικά είναι διασώσεις των ουσιαστικά πτωχευμένων ευρωπαικών τραπεζών και ιδιαίτερα των γαλλικών και γερμανικών. Τα πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών των χωρών του βορρά, και ιδιαίτερα της Γερμανίας, διοχετεύθηκαν μέσω των τραπεζών και των επενδυτών της στο εξωτερικό, σε άκρως ριψοκίνδυνες επενδύσεις και δεν ανακυκλώθηκαν με την δημιουργία επενδύσεων στο εσωτερικό της ευρωζώνης. Η αναδιάρθρωση των χρεών των χωρών της περιφέρειας θα προκαλέσει ζημιές στις γαλλογερμανικές τράπεζες και ιδιαίτερα στις τράπεζες-δανειστές του δημόσιου τομέα. Είναι προφανές ότι χρειάζεται η ανακεφαλαιοποίηση-κεφαλαιακή ενίσχυση αυτών των τραπεζών, που οι πολιτικοί της Γερμανίας φοβούνται και τρέμουν  την χρηματοδότησή τους από τους φορολογούμενούς τους. Προκρίνουν, με αυτό τον τρόπο, την εθελοτυφλία στην ύπαρξη αυτού του προβλήματος και ότι η λύση στην κρίση της ευρωζώνης είναι η επιβολή χρόνιας ακραίας λιτότητας στις ‘άσωτες’ περιφερειακές χώρες της. Η επιβολή αυτής της γερμανικής λύσης, που  επιπλέον επέβαλε και την παρέμβαση-παρουσία του ΔΝΤ και των ακραία νεοφιλελεύθερων πολιτικών του τύπου ‘μνημονίου’ στην Ευρώπη, είναι η ασταμάτητη οικονομική στήριξη των πιο αδύναμων περιφερειακών χωρών μέχρι την ουσιαστική λύση του προβλήματος των χρεοκοπημένων ευρωπαικών τραπεζών. 


* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μάστερ ειδίκευσης στην τραπεζική-χρηματοοικονομική) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων, email : nikokal02@yahoo.gr