Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Η νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, η χρηματοοικονομική κρίση του 2008, οι συνέπειες και η συνέχεια…..(2ο μέρος)

Η νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, η χρηματοοικονομική κρίση του 2008, οι συνέπειες και η συνέχεια…..(2ο μέρος)
Του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου * 27/6/2013

Η παγκόσμια κρίση έχει εστιασθεί μέχρι σήμερα στις ‘δυτικές’ περιοχές της γης, από τις οποίες άλλωστε και έχει πυροδοτηθεί το 2007-2008. Οι αναδυόμενες χώρες, δεν επιλέγουν μέχρι στιγμής τη ρήξη με την παλιά και εξαντλημένη παγκόσμια τάξη πραγμάτων και δεν παρέχουν νέες κατευθύνσεις για την περαιτέρω πορεία και ανάπτυξη του παγκόσμιου συστήματος. Προτιμούν να παραμένουν ‘χρηματοδότες’ της παλιάς τάξης πραγμάτων, ακόμη και κατά τη σημερινή καταστροφική-υφεσιακή  πορεία της. Παρότι το σενάριο του 1930 ενεργοποιήθηκε με τις ανταγωνιστικές νομισματικές υποτιμήσεις, σήμερα το ισοδύναμο αποτέλεσμα εξασφαλίζεται με τη γενίκευση σε παγκόσμια κλίμακα της πολιτικής των ανταγωνιστικών υφέσεων, που επιταχύνουν την παγκόσμια αποδυνάμωση. Εάν ο διεθνής ανταγωνισμός στο νομισματικό επίπεδο αποδείχθηκε επικίνδυνος στο παρελθόν, σήμερα ο ίδιος παγκόσμιος ανταγωνισμός στο επίπεδο της από τα πάνω επιβαλλόμενης διοργάνωσης των ανταγωνιστικών υφέσεων μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο επικίνδυνος. Εκτιμάται ότι με τους σημερινούς ρυθμούς το παγκόσμιο σύστημα δεν θα έχει επιστρέψει στις επιδόσεις του 2007. παρά μόνο μετά το 2015. Δεν ήταν αναγκαίο τα σημερινά υψηλά επίπεδα του χρέους, να επιβάλουν την οικονομική επιβράδυνση που παρατηρείται σήμερα στις ‘δυτικές’ υπερχρεωμένες οικονομίες. Η  διατήρηση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, αντίθετα, είναι η αναγκαία και ικανή προϋπόθεση για την αποπληρωμή των χρεών και την εξασφάλιση των δανειστών παγκοσμίως. Είναι κλασικό το ιστορικό παράδειγμα, αμέσως μετά τη λήξη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν το αμερικανικό ομοσπονδιακό χρέος είχε ανέλθει στο 135% του ΑΕΠ  και μετά την πάροδο τριών δεκαετιών αυτό είχε κατέλθει σε 35% του ΑΕΠ. Αυτό συνέβη λόγω ακριβώς των έντονων ρυθμών ανάπτυξης που είχαν επιτευχθεί στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα 1945-1975, αλλά και λόγω του αναπτυχθέντος πληθωρισμού που υποτίμησε την αξία του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, επιτρέποντας την εξυπηρέτησή του και τη ραγδαία μείωσή του.
Οι διεθνείς δανειστές σήμερα επιβάλλουν υφεσιακές και αποπληθωριστικές πολιτικές στους οφειλέτες, συμπιέζοντας τις τιμές των αγαθών, των υπηρεσιών και των εισοδημάτων, ενώ ταυτόχρονα η ονομαστική αξία των χρεών παραμένει  αμείωτη. Έτσι υπάρχει επιβάρυνση που αυξάνει το χρέος ως ποσοστό των διαθέσιμων εισοδημάτων, καθιστώντας δυσχερέστατη έως αδύνατη την τήρηση της αποπληρωμής του χρέους με αισθητά μειωμένα εισοδήματα. Αυτές οι υφεσιακές πολιτικές, καθιστούν ουσιαστικά ανέφικτη την αποπληρωμή των χρεών. Με αναλλοίωτες αυτές τις πολιτικές και εξυπηρέτηση του σημερινού επιπέδου του χρέους, είναι ουσιαστικά αδύνατο να υπάρξει οποιαδήποτε ανόρθωση των οικονομιών, τουλάχιστο στο ορατό μέλλον.  Αντίθετα, το αναμενόμενο είναι μια μακρά περίοδος μεγάλης οικονομικής και κοινωνικής καταστροφής και όχι μόνο στασιμότητας. Κατά πολλούς οικονομολόγους, η σημερινή κρίση δεν θεωρείται μια κλασική κυκλική κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού, αλλά χαρακτηρίζεται ως διαρθρωτική, με εικαζόμενη μακρά διάρκεια. Μια οικονομία που βρίσκεται σε συνεχόμενη και διαρκή ύφεση δεν μπορεί ουσιαστικά να μεταρρυθμισθεί και να αλλάξει, ενώ αντίθετα μια οικονομία με θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης είναι πιο ευέλικτη και προσαρμόσιμη σε αλλαγές και αναγκαίες προσαρμογές. Μόνο η ανάπτυξη διορθώνει και απορροφά τα ελλείμματα, ενώ η ύφεση στην ουσία τα εκτρέφει και τα ανατροφοδοτεί.
Κατά τη διάρκεια της τωρινής κρίσης, από το 2008, οι οφειλέτριες χώρες ακολουθούν με αδιαλλαξία τις πολιτικές ακραίας λιτότητας, υπό την αυστηρή εποπτεία των δανειστών τους. Οι πραγματικές οικονομίες συνεχώς επιβραδύνονται, με έντονα αισθητό το φαινόμενο της μεγάλης ανεργίας (π.χ. η Ελλάδα έχει >27% ανέργους του οικονομικά ενεργού πληθυσμού με το  μεγαλύτερο ποσοστό στην ΕΕ, ακολουθούμενη με βραχεία κεφαλή από την Ισπανία). Από την άλλη μεριά, παρατηρείται επιτάχυνση της συσσώρευσης και συγκέντρωσης υψηλών εισοδημάτων. Η δημιουργία νέου πρόσθετου εισοδήματος είναι μεν ουσιαστικά αδύνατη, αλλά επιταχύνονται άλλες μη παραγωγικές μορφές συγκέντρωσης του πλούτου, κυρίως από μεταφορά, οξύνοντας και εμβαθύνοντας τις εισοδηματικές ανισότητες στην τρέχουσα συγκυρία της οικονομικής επιβράδυνσης. Στις ΗΠΑ π.χ., σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν κάτω από το επίσημο όριο της φτώχειας έχει υπερβεί το 16% του συνολικού πληθυσμού  και είναι ο υψηλότερος ποτέ (46 εκατομμύρια άτομα είναι καταγραμμένοι στα καθημερινά λαϊκά συσσίτια). Σύμφωνα ακόμη και με εκτίμηση, του Σεπτεμβρίου 2011, του αμαρτωλού ΔΝΤ «το σημαντικότερο πρόβλημα της εποχής μας είναι ότι μια μειοψηφία της τάξης του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού οικειοποιείται >14% του παγκόσμιου εισοδήματος, ενώ το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού οικειοποιείται <1% του παγκόσμιου εισοδήματος». Η υστέρηση της παγκόσμιας κατανάλωσης είναι σήμερα ανεπίλυτο πρόβλημα, χωρίς ουσιαστική διαφαινόμενη λύση από οπουδήποτε. Με τις αμερικανικές και ευρωπαϊκές αγορές ευρισκόμενες σε κατάσταση στασιμότητας και επιβράδυνσης,  οι αναδυόμενες δεν μπορούν να αντισταθμίσουν το κενό που δημιουργείται, αλλά ούτε οι αντίστοιχες νέες χώρες προσβλέπουν σε τέτοιου είδους στόχευση. Η αυξανόμενη ανισότητα εισοδημάτων και εσόδων δεν μπορεί να αποτελεί λύση, αλλά προσθέτει επιπλέον προβλήματα στο ήδη αρχικά υπάρχον.
Στην ΕΕ και την ευρωζώνη, οι πολιτικές ακραίας και παρατεταμένης λιτότητας έχει γίνει σαφές ότι υπονομεύουν οποιαδήποτε δυνατότητα οικονομικής ανάκαμψης. Αυτές οι πολιτικές δεν σταθεροποιούν την ευρωπαϊκή οικονομία, που χρειάζεται απαραίτητα επιλογές ανόρθωσής της και αυξημένη ομοσπονδιακή αλληλεγγύη μεταξύ των χωρών-μελών της. Το ευρωπαϊκό δημόσιο χρέος έχει λάβει εκρηκτικές-δραματικές διαστάσεις, λόγω του κάκιστου χειρισμού του, νεοφιλελεύθερης έμπνευσης, από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. H EKT (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) δεν λειτουργεί ως όφειλε, αναλαμβάνοντας τα χρέη των χωρών-μελών της ευρωζώνης ως δανειστής ύστατης καταφυγής αλλά και ως τελικός πιστωτής για τα συναπτόμενα εντός της ευρωζώνης χρέη, όπως συμβαίνει με όλες τις κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως σε όλες τις κοινές νομισματικές περιοχές (ΗΠΑ, Βρετανία, Ιαπωνία, Κίνα κλπ). Είναι παράλογο ένα νόμισμα να τίθεται σε διαρκή αμφισβήτηση-αμφιβολία ύπαρξης, εξαιτίας του υψηλού χρέους του αντίστοιχου κράτους προς τους πολίτες του. Αν εντός ευρωζώνης, κάποιοι είναι οφειλέτες στο ευρώ, κάποιοι άλλοι είναι πιστωτές στο ίδιο νόμισμα και η όλη αρχιτεκτονική της δόμησης ενός κοινού νομίσματος και διαχείρισης των χρεών που συνάφθηκαν σε αυτό, αντιβαίνει σε οποιαδήποτε θεωρία και πρακτική μιας κοινής νομισματικής περιοχής, αλλά και σε οποιοδήποτε κανόνα κοινής λογικής.
Παρά τη συνεχή παλινωδία των δημόσιων λόγων, τη βραδυπορία στη λήψη των αποφάσεων στην Ευρώπη και την παταγώδη αποτυχία στους τιθέμενος δημοσιονομικούς στόχους, η εφαρμογή πολιτικών ακραίας λιτότητας στις χώρες της ευρωζώνης και της ΕΕ επεκτείνεται και εντείνεται. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, η κατανάλωση ανέρχεται στις ΗΠΑ στο 71% του ΑΕΠ και στην Ευρώπη στο 66%. Οι πολιτικές λιτότητας που περικόπτουν την κατανάλωση στην Ευρώπη, οδηγούν μαθηματικά στην εξασθένηση και αποσταθεροποίηση του παγκόσμιου εισοδήματος (εκτός του ευρωπαϊκού και αμερικανικού). Οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές εξαγωγές εκπροσωπούν μόνο το 10% του ΑΕΠ των αναπτυγμένων ‘δυτικών’ οικονομιών, πράγμα που σημαίνει ότι το 90% του ευρωπαϊκού και αμερικανικού παραγόμενου προϊόντος εξαρτάται αποκλειστικά από την εσωτερική κατανάλωση σε αυτές τις περιοχές, δηλαδή η εσωτερική αγορά τους εξακολουθεί να είναι η κύρια αγορά. Κάθε περικοπή εσωτερικής ζήτησης σε αυτές, μπορεί να ερμηνευθεί μόνο ως μια κίνηση αυτοκτονίας. Κάθε επιπλέον αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας στις αναπτυγμένες οικονομίες, δεν βελτιώνει την ανταγωνιστικότητά τους, εξαιτίας της υψηλής εξάρτησής τους από τις εσωτερικές αγορές. Αντίθετα την υπονομεύει διαρκώς, αποσταθεροποιώντας τις συνθήκες λειτουργίας της παραγωγικής αλυσίδας μη δημιουργώντας θετικές προϋποθέσεις για πρόσθετη ανάπτυξη. Οι πολιτικές αυτές στη σημερινή οικονομική συγκυρία προκαλούν συνεχώς μεγαλύτερη εισοδηματική ανισότητα, σε Ευρώπη και ΗΠΑ, προκαλώντας επιτάχυνση της υφεσιακής δυναμικής και ωθώντας σε μια ατέρμονα πτωτική τάση. Ακόμη, με την εφαρμογή αυτών των πολιτικών, αυξάνεται το ειδικό βάρος των δανείων ως ποσοστό των εισοδημάτων και η αποπληρωμή τους γίνεται δυσχερέστατη.   
Δίνοντας απόλυτη προτεραιότητα στην απεμπλοκή από τα χρέη, η παγκόσμια οικονομία παραδίδεται στην πτωτική δυναμική της ύφεσης, αποσταθεροποιώντας την αποσταθεροποιεί ακόμη περισσότερο. Όσο τίθεται ως προτεραιότητα η αποπληρωμή των χρεών, τόσο περισσότερο επιταχύνεται και βαθαίνει η ύφεση σε κάθε υπερχρεωμένη οικονομία, αφαιρώντας ρευστότητα από την οικονομία, με τραγική συνέπεια την επιβράδυνση και την ύφεση. Η οικονομία παράγει συνεχώς μικρότερο εισόδημα, καθιστώντας τις αποπληρωμές του χρέους διαρκώς και πιο αβέβαιες. Για τις ευρωπαϊκές χώρες-μέλη έχει απαγορευθεί η δημιουργία πρόσθετων ποσοτήτων  νομίσματος, εκθέτοντας τα κράτη στις χρηματαγορές και στις πιστοληπτικές αξιολογήσεις των ιδιωτικών  οίκων. Τα κράτη ‘ιδιωτικοποιούνται’, εναποθέτοντας  την κυριαρχική ιδιότητα της αυτοχρηματοδότησής τους στην εγγενή αστάθεια και ευθραυστότητα των χρηματιστικών αγορών, από την οποία και αποκλειστικά εξαρτώνται. Εάν τα κράτη ή η ΕΚΤ είχαν διατηρήσει και ασκούσαν το εκδοτικό τους  προνόμιο, όπως ακριβώς συμβαίνει σε κάθε νομισματική περιοχή του κόσμου, αυτό δεν θα ήταν εφικτό. Η τρέχουσα αστάθεια των χρηματαγορών αποσταθεροποιεί σήμερα όχι μόνο τις οικονομίες, αλλά επίσης τη λειτουργία των διεθνών και διακρατικών θεσμών και ολόκληρο το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας-σταθεροποίησης των οικονομιών είναι έρμαιο  σήμερα της αστάθεια των ‘αγορών’. Το πραγματικό πλέον ζήτημα δεν είναι μόνο το δημόσιο χρέος, αλλά και το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο για τη διασφάλιση των λειτουργιών της οικονομίας. 
Σήμερα δεν υπάρχουν πλέον κυρίαρχα κράτη και το αποκαλούμενο δημόσιο χρέος ,αντιμετωπίζεται πλέον από τις αγορές και τους αξιολογικούς οίκους ως ιδιωτικό. Η Ευρώπη περιέρχεται σε κρίση αξιοπιστίας, έχοντας διαγράψει κάθε έννοια κυριαρχίας , είτε εθνικής είτε ευρωπαϊκής, και μαζί της έχει επίσης εκλείψει κάθε έννοια τελικού πληρωτή των χρεών που συνάπτονται στην περιοχή του ευρώ. Το χρηματιστικό κεφάλαιο έχει αναλάβει την παγκόσμια ηγεμονία, επεκτείνοντας  την οικονομική αστάθεια λόγω των πολιτικών της λιτότητας, αλλά και λόγω της αποποίησης του ρόλου του κυρίαρχου-τελικού πιστωτή για τα ευρωπαϊκά χρέη.  Είναι επείγουσα και επιτακτική ανάγκη η αλλαγή κατευθύνσεων στην ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική, με την αποκατάσταση των αναπτυξιακών ρυθμών και την επαναλειτουργία των αντίστοιχων ευρωπαϊκών θεσμών. Η μη αλλαγή των εφαρμοζόμενων πολιτικών, σημαίνει ότι οι υφεσιακές προοπτικές θα συνεχίσουν να επιδεινώνουν το διεθνές πλαίσιο και να επιτείνουν την αντιπαλότητα μεταξύ των εθνών, των περιοχών και των περιφερειών, με ανεπιθύμητες επιπτώσεις παγκοσμίως, όπως ακριβώς συνέβη κατά τη δεκαετία του 1930. Οι σημερινές πολιτικές των ανταγωνιστικών υφέσεων, αποδεικνύεται πλέον ότι δεν είναι λιγότερο επικίνδυνες από εκείνες των ανταγωνιστικών νομισματικών υποτιμήσεων που είχαν εφαρμοσθεί  κατά την περίοδο του μεσοπολέμου.



* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα), email : nikokal02@yahoo.gr, website : www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Η νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, η χρηματοοικονομική κρίση του 2008, οι συνέπειες και η συνέχεια…..(1ο μέρος)

Η νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, η χρηματοοικονομική κρίση του 2008, οι συνέπειες και η συνέχεια…..(1ο μέρος)
Του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου * 24/6/2013

Από το 2008 το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα βρίσκεται σε πορεία εξασθένισης-αποδυνάμωσης, συγκρινόμενο με τη δυναμική που επέδειξε μεταξύ 1980 και 2008. Τα έτη αυτά γενική προοπτική ήταν η παγκοσμιοποίηση με μαζικές μετακινήσεις χρήματος και κεφαλαίου διεθνώς, η τρομακτική επέκταση του διεθνούς δανεισμού και η επιβολή των απορρυθμίσεων, παγκόσμια και εθνικά, μέσω της διαρκούς και τεράστιας επέκτασης των χρηματοοικονομικών μοχλεύσεων. Η εμφάνιση της τρέχουσας κρίσης, που πρωτοεμφανίσθηκε ως χρηματοοικονομική κρίση των ενυπόθηκων δανείων μειωμένης εξασφάλισης (subprimes) τo 2007-2008 στις ΗΠΑ, εξαντλεί την όποια προοπτική   της επικράτησης της νεοφιλελεύθερης χρηματοπιστωτικής  παγκοσμιοποίησης του τέλους της δεκαετίας του 1970. Η βαθμιαία σημερινή επικράτηση της απο-παγκοσμιοποίησης της διεθνούς οικονομίας σημαίνει την μείωση, έως εξάλειψης, των μορφών του διεθνούς δανεισμού, τη ριζική από-μόχλευση και τη ραγδαία επάνοδο των χρηματοοικονομικών ρυθμίσεων με έμφαση στην ύπαρξή τους σε εθνικά πλαίσια. Κάθε νέα κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού τείνει προς μία επαναθεώρηση των πραγμάτων, κινούμενη στον αντίποδα των δοξασιών που μέχρι πρόσφατα επικρατούσαν. Την τελευταία πενταετία παρατηρείται μια αδιάλειπτη επιδείνωση του διεθνούς μακροοικονομικού συντονισμού, η διαρκής στενότητα χρηματοδοτικών μέσων εκδηλωνόμενη ως κρίση ρευστότητας στις διεθνείς αγορές, η διακοπή της διασύνδεσης των  διεθνών χρηματιστηριακών αγορών με κατακόρυφη πτώση του όγκου του διεθνούς εμπορίου και η εμφάνιση διαρκών εμποδίων στην παγκόσμια ανταλλαγή και διακίνηση αγαθών και υπηρεσιών.  Η αρχή της ελευθερίας του παγκόσμιου εμπορίου, πάνω στην οποία βασίσθηκε  η συμφωνία του Bretton-Woods το 1944, και η ίδρυση των παγκόσμιων μεταπολεμικών οικονομικών οργανισμών του ΔΝΤ (Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου), της ‘Παγκόσμιας’ Τράπεζας και της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (του τωρινού ΠΟΕ –Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου) ως προϊόν συμβιβασμού των αντιπροσωπειών των ΗΠΑ, υπό τον αναπληρωτή υπουργό οικονομικών Harry Dexter-White, και της Βρετανίας, υπό τον John-Maynard Keynes, παύει πλέον να θεωρείται το θέσφατο του παγκόσμιου καπιταλισμού που ουδείς αμφισβητεί και θίγει. Αρχίζει να εδραιώνεται πλέον η κατάρρευση του διεθνούς κλίματος εμπιστοσύνης, πάνω στο οποίο βασιζόταν η διεθνής μετακίνηση επενδύσεων και χρηματοδοτήσεων.
Οι οικονομικές προσεγγίσεις, που ακολούθησαν μετά την εκδήλωση της κρίσης του 2008, αναγνωρίζουν πλέον τον επικίνδυνο χαρακτήρα των παγκόσμιων κεφαλαιακών απορρυθμίσεων και των διεθνών κερδοσκοπικών χρηματοοικονομικών μετακινήσεων, λόγω των εξαιρετικά αρνητικών επιπτώσεων στις χώρες προορισμού τους. Σε όλο και περισσότερες χώρες, που υπέστησαν με οδυνηρό τρόπο τις συνέπειες των παρεμβάσεων του ΔΝΤ (Βραζιλία, Σιγκαπούρη- Ασία, Αργεντινή κλπ), επανεμφανίζονται αυξανόμενοι έλεγχοι της κίνησης των κεφαλαίων που προσπαθούν να αποθαρρύνουν της βραχυπρόθεσμες κερδοσκοπικές τοποθετήσεις τους και να ενθαρρύνουν τις μακροπρόθεσμες παραγωγικές εισροές τους. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας παρατηρείται μια σημαντική επιβράδυνση του διεθνούς εμπορίου και της κινητικότητας των διεθνών επενδύσεων και κεφαλαίων, που έχει ως αποτέλεσμα τον ουσιαστικό περιορισμό όλων των μορφών των διεθνών χρηματοδοτήσεων και συνεπώς τη δραστική  επιβράδυνση των αυξητικών ρυθμών της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης. Η βασική κινητήρια δύναμη της περίπου τριακονταετούς χρονικής περιόδου της παγκοσμιοποίησης, ήταν οι υψηλοί αυξητικοί ρυθμοί του διεθνούς εμπορίου και η αδιατάρακτη και χωρίς περιορισμούς διεθνής κινητικότητα των μετακινούμενων χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων και των κερδοσκοπικών μορφών των επενδύσεων. Αυτού του είδους οι απορρυθμισμένες κινήσεις ενοχοποιούνται σήμερα ως οι κύριοι υπεύθυνοι της τρέχουσας οικονομικής κρίσης, εξαιτίας της προηγηθείσας υπερδιόγκωσής τους και η ισορροπία αναζητείται στο αντίθετο σημείο της προηγηθείσας διεθνούς οικονομικής τάξης. Η οποιαδήποτε προοπτική εύρεσης ενός νέου παγκόσμιου οικονομικού προτύπου, πρέπει να βασίζεται στον διεθνή συγχρονισμό και την ολοκλήρωση που θα ελαχιστοποιεί την ύπαρξη αυθαιρεσίας και ασυδοσίας των ιδιωτικών κεφαλαίων και των ‘αγορών’. Τείνει να γίνει καθολικό αίτημα η επιστροφή στις συνθήκες των ενάρετων οικονομικών προτύπων, που καθιέρωσε η συμφωνία του Bretton-Woods για την μεταπολεμική οικονομία, τόσο για τις εσωτερικές και εθνικές αγορές όσο και για ευρύτερα υπερεθνικά και περιφερειακά σύνολα. 
Το σύστημα του Bretton-Woods βασιζόταν στο πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο των ΗΠΑ, στη σταθερή σχέση ανταλλαγής του αμερικανικού δολαρίου με τον χρυσό (μία ουγκιά χρυσού=35 δολάρια) και στη σταθερή σχέση (με περιθώριο απόκλισης +-2%) των λοιπών εθνικών νομισμάτων με το δολάριο. Αποτελούσε μια παραλλαγή του ισχύσαντος προπολεμικού κανόνα του χρυσού και κατέρρευσε το 1971, λόγω της άρνησης μετατρεψιμότητας του δολαρίου με τον χρυσό που ανήγγειλε ο Nixon και οφειλόταν τυπικά στην μετατροπή του εμπορικού ισοζυγίου των ΗΠΑ σε ελλειμματικό λόγω των τεράστιων  δαπανών του πολέμου του Βιετνάμ. Ο ουσιαστικός όμως λόγος της κατάρρευσης του συστήματος αυτού, είναι η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους των επιχειρήσεων παγκοσμίως, πού οφείλεται στην αλλαγή της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου εξαιτίας των ραγδαίων τεχνολογικών καινοτομιών των μεταπολεμικών δεκαετιών  και οδήγησε στην επικράτηση κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών και του παγκόσμιου απορρυθμισμένου χρηματιστηριακού καπιταλισμού των τριών τελευταίων δεκαετιών, αίροντας συνεχώς τις όποιες κατακτήσεις του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους-πρόνοιας. Είναι πλέον σαφές ότι έχουν εξαντληθεί πλήρως τα όρια και οι πραγματικές δυνατότητες, που ψευδεπίγραφα ενσωματώθηκαν στη συνθηματολογία της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. 
Μέχρι σήμερα έχει αποφευχθεί η μοιραία στρατηγική των εθνικών νομισματικών υποτιμήσεων για ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας μιας εθνικής οικονομίας, γνωστή διεθνώς ως beggar-thy-neighbour (ζητιανιά από τον γείτονα), που επέρριπτε το κόστος μιας εθνικής προσαρμογής για εξάλειψη του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μιας χώρας στις γειτονικές της χώρες με τις οποίες είχε εμπορικές συναλλαγές, μέσω της υποτίμησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας ενός εθνικού νομίσματος. Αυτή η στρατηγική οδήγησε στο ντόμινο των ανταγωνιστικών νομισματικών υποτιμήσεων και στην καταστροφή της δεκαετίας του 1930, με κατάρρευση του διεθνούς εμπορίου, την εμφάνιση ακραίων εθνικιστικών ιδεολογιών και πολιτικών κινημάτων και  τελικά στην επίλυση των ενδοκαπιταλιστικών αντιθέσεων και καταστροφή μεγάλου μέρους του φυσικού κεφαλαίου με το ξέσπασμα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Μια παρόμοια κατάληξη, με ισοδύναμα καταστροφικά αποτελέσματα, μπορεί όμως να επιτευχθεί και μέσω άλλων οδών και τρόπων. Όταν ο στόχος παραμένει ο ίδιος, έστω προσπαθώντας να υλοποιηθεί με διαφορετικά μέσα και τρόπους, η αναβίωση ενός εφιαλτικού σεναρίου σαν αυτού της δεκαετίας του 1930 παραμένει ενεργή.
Σήμερα σε αντίθεση με τη γενικευμένη αρχή των νομισματικών διολισθήσεων,  που εφαρμόσθηκε τη δεκαετία του 1930, εφαρμόζεται  σε παγκόσμια κλίμακα η αρχή της νομισματικής σταθερότητας. Παρόλα αυτά δεν διευκολύνεται η διεθνής προσαρμογή και σταθεροποίηση όλων των οικονομιών παγκοσμίως, ούτε όμως και το παγκόσμιο πλαίσιο διεξαγωγής των διεθνών συναλλαγών. Η γενικευμένη εφαρμογή αυτής της αρχής, οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στη δογματική εμμονή του ΔΝΤ και της ‘συναίνεσης της Ουάσιγκτον’ από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, παρά στην όποια  αποτελεσματικότητά της έχει αποδειχθεί πρακτικά. Συνεπώς οι χώρες καταφεύγουν σε πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης, δηλαδή λιτότητας σε δαπάνες  και εισοδήματα, που επιβάλλονται ως το κύριο εργαλείο προσαρμογής και εξισορρόπησης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και των ελλειμμάτων του εμπορικού ισοζυγίου.  Με αυτήν  επιδιώκεται το ισοδύναμο αποτέλεσμα μιας εξωτερικής νομισματικής υποτίμησης, που κυριάρχησε την περίοδο του μεσοπολέμου, περικόπτοντας τις δημόσιες και ιδιωτικές δαπάνες ενός έθνους για να περιορισθούν οι εισαγωγές και να ενθαρρυνθούν οι εξαγωγές, μειώνοντας με αυτό τον τρόπο το έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών μιας οικονομίας. Συνεπώς ο επιδιωκόμενος στόχος παραμένει ο ίδιος με αυτόν του μεσοπολέμου, με εφαρμογή όμως διαφορετικής μεθόδου επίτευξής του. Το αποτέλεσμα κρίνεται εξίσου καταστροφικό με τότε, όσον αφορά στις επιπτώσεις επί του διεθνούς εμπορίου και στην αποσταθεροποίηση του διεθνούς πλαισίου διεξαγωγής των συναλλαγών.
Η άμεση περικοπή δαπανών, όλων των ειδών, είναι η εφαρμοζόμενη σήμερα τυποποιημένη συνταγή οικονομικής πολιτικής σε όλη την Ευρώπη, ανεξαρτήτως  της ελλειμματικότητας ή πλεονασματικότητας του εμπορικού ισοζυγίου μιας χώρας.  Η δογματική εμμονή της υπερ-πλεονασματικής Γερμανίας, που εκπορεύεται από τη νεοφιλελεύθερη λογική  των ηγετικών της κυρίαρχων ελίτ, δεν οδηγεί βέβαια στην απορρόφηση  των ελλειμμάτων των εταίρων της στην ευρωζώνη αλλά την αποσταθεροποιεί περαιτέρω, όταν από τη λειτουργία της εξαρτά και η ίδια τα εμπορικά πλεονάσματά της. Οι ανισορροπίες στο εσωτερικό της ευρωζώνης, εμπορικά ελλείμματα ή πλεονάσματα, αντιμετωπίζονται πανομοιότυπα με μεθόδους ακραίας λιτότητας  συρρικνώνοντας τα απόλυτα επίμαχα μεγέθη. Έτσι όμως, αυξάνονται  και διευρύνονται οι σχετικές ανισορροπίες και καταστέλλεται ο όποιος οικονομικός δυναμισμός, με συνέπεια την περαιτέρω αποσταθεροποίηση της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτή η οικονομικά αδιέξοδη πολιτική, εφαρμόζεται παντού αδιακρίτως με άκρατο ζήλο εστιάζοντας στη δογματική εμμονή των ισορροπημένων εθνικών ισοζυγίων. Επιδεικνύεται η ίδια εμμονή, τονίζοντας της ανυπαρξία εναλλακτικής στρατηγικής αντιμετώπισης, με την οποία εφαρμόσθηκε το δόγμα του κανόνα του χρυσού προπολεμικά έως το 1931 και στη συνέχεια η γενικευμένη μέθοδος των ανταγωνιστικών νομισματικών υποτιμήσεων. 
Ο πρακτικός απολογισμός αυτού του νέου δόγματος, βαίνει συνεχώς αμφισβητούμενος με απογοητευτικά αποτελέσματα και διασπείροντας μια εντονότατη και διάχυτη ανησυχία. Η Γερμανία, ως ιδιαίτερα πλεονασματική εμπορικά χώρα, όφειλε να αυξάνει τις δαπάνες και τα εισοδήματα στο εσωτερικό της, διευρύνοντας την εσωτερική της αγορά και αντισταθμίζοντας τις αρνητικές επιπτώσεις των περικοπών που επιβάλλει στους ελλειμματικούς εμπορικά εταίρους της. Αντ’ αυτού έχει επιβάλει την πολιτική του μισθολογικού dumping και στο εσωτερικό της,  επικαλούμενη τον φόβο των έντονων πληθωριστικών πιέσεων, όταν ο κίνδυνος των έντονων υφεσιακών φαινομένων είναι ήδη αισθητός. Η πολιτική της μονεταριστικής εμμονής περιορισμού της ποσότητας του χρήματος και της νομισματικής κυκλοφορίας, με ακραία επίδειξη νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας, είναι αυτή που οδηγεί μαθηματικά στη διάλυση της ευρωζώνης. Μια αντίρροπη τάση εξισορρόπησης και ανάπτυξης στο εσωτερικό της ευρωζώνης, θα μπορούσε να προέλθει μόνο από τις εμπορικά πλεονασματικές χώρες. Όταν όλοι οι εταίροι ταυτόχρονα εφαρμόζουν πολιτικές ακραίας λιτότητας, η οικονομική δραστηριότητα δεν ασκείται προς όφελος των εμπορικά πλεονασματικών χωρών αλλά καταρρέει με ζημιωμένους τελικά τους πάντες.  Αυτή η καθοδική δυναμική της ύφεσης, και ο ατέρμων φαύλος κύκλος, επεκτείνεται και διαχέεται παγκοσμίως δυσχεραίνοντας περαιτέρω την ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας και των περιφερειακών συνιστωσών της (χώρες Ασίας, Ρωσία, Βραζιλία, Κίνα κλπ).



* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα), email : nikokal02@yahoo.gr, website : www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Η αβεβαιότητα ύπαρξης της ευρωζώνης και του κοινού νομίσματος ευρώ


Η αβεβαιότητα  ύπαρξης της ευρωζώνης και του κοινού νομίσματος ευρώ

του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*  2/4/2013

Η πρώτη δεκαετία λειτουργίας της ευρωζώνης θεωρήθηκε από τις ‘αγορές’ γενικά επιτυχής και η κυκλοφορία  κοινού νομίσματος θεωρήθηκε από αυτές ότι πραγματοποιήθηκε χωρίς προβλήματα, ενώ ακόμη η ΕΚΤ κατ’αυτές ανταποκρίθηκε θετικά στον  παράδοξο-στρεβλό ρόλο που επωμίσθηκε να διεκπεραιώσει. Στο εσωτερικό της ευρωζώνης υπήρξαν έντονη οικονομική ανάπτυξη και αυξανόμενη απασχόληση, βασιζόμενες-τροφοδοτούμενες όμως από έντονα αυξανόμενα σωρευτικά χρέη. Η τεράστια προσφορά αγαθών από τις αναδυόμενες οικονομίες, διατήρησε τον πληθωρισμό σε χαμηλά επίπεδα συγκαλύπτοντας τα προβλήματα και τις προκαλούμενες, από την μεγάλη ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας, ανισορροπίες. Πληθωριστικές ‘φούσκες’ εμφανίσθηκαν σε διάφορες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων, π.χ. της αγοράς ακινήτων που έλαβε τρομακτικό μέγεθος, ιδιαίτερα στις Ιρλανδία και Ισπανία. Η ευρωζώνη όντας ‘τυχερή’ στην έναρξη της ύπαρξής της, υπέθαλψε και ανέπτυξε πολλαπλές δυνητικές κρίσεις στους κόλπους της.
Η οικονομική κρίση-ύφεση του 2007-2008 έστρεψε την προσοχή στα δομικά-διαρθρωτικά προβλήματα της ευρωζώνης και ενεργοποιήθηκε ουσιαστικά στο τέλος του 2009, μετά την ομολογία της ελληνικής κυβέρνησης για άσχημη δημοσιονομική κατάσταση και αλλοίωση στατιστικών στοιχείων. Η δραστηριοποίηση της ΕΚΤ στη δευτερογενή αγορά ομολόγων και η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), κατεύνασαν παροδικά την ακόρεστη δίψα των ‘αγορών’. Η Ελλάδα στον συγκεκριμένο χρόνο, ήταν ο αδύναμος κρίκος της λανθασμένα δομημένης ευρωζωνικής αλυσίδας. Η διαχείριση της κρίσης από τις ευρωπαϊκές αρχές δεν διακρινόταν από ταχύτητα δράσης, ήταν ασυνεπής και λανθασμένη με άστοχες  ερμηνείες. Η κρίση τέλους 2010 που τοποθέτησε και την Ιρλανδία στο επίκεντρο και η επακόλουθη της Πορτογαλίας άνοιξη 2011, έθεσαν και τις 2 χώρες στον μηχανισμό ‘διάσωσης’ του EFSF και ανέδειξαν τον συστημικό χαρακτήρα της κρίσης. Από τα μέσα 2011 έγινε εμφανής και αναπόφευκτη μία δεύτερη προσπάθεια ΄διάσωσης’ της Ελλάδας. Η μικρή Κύπρος έχει ενταχθεί ήδη στον μηχανισμό ‘διάσωσης’ (με το πρόσφατο, τραγικό και πρωτοφανές παγκοσμίως γεγονός του ‘κουρέματος’ τραπεζικών καταθέσεων εικαζόμενου ποσοστού 40% άνω των 100.000 ευρώ) και βρίσκεται στα πρόθυρα ένταξης η μεγάλη Ισπανία. Οι περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης είναι παγιδευμένες στη λανθασμένη προσέγγιση εστίασης αποκλειστικά στο δανεισμό χρημάτων, με αντάλλαγμα υποσχέσεις εξοντωτικής λιτότητας και ‘διαρθρωτικών’ αλλαγών απορρύθμισης εργασιακών σχέσεων και θεσμών. Αυτή η προσέγγιση μετέτρεψε την επισφαλή κατάσταση των κρίσεων υπερχρέωσης, σε ατέρμονα καταστροφικότατο κύκλο. Η εμβάθυνση της κρίσης, συνοδευόμενη από ασυναρτησία και κοντόφθαλμα εθνικιστικά αντανακλαστικά της Γερμανίας, κατέστησε ορατό τον κίνδυνο διάλυσης της ΟΝΕ-ευρωζώνης. Ποιο είναι το μέλλον του ευρώ? Τα πιθανά εξεταζόμενα σενάρια είναι η διατήρηση του συστήματος δόμησης της ευρωζώνης, η απόρριψη αυτού του συστήματος και η ριζική αναμόρφωση-ανασύνθεσή του.
Η διατήρηση του συστήματος δόμησης της ευρωζώνης, προϋποθέτει την αντιμετώπιση της κρίσης μέσα σε αυτήν από τις αρχές (εθνικές κυβερνήσεις, ρυθμιστικές αρχές, ΕΚΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΔΝΤ), με επιμονή στην άσκηση των πολιτικών που ως τώρα ακολουθήθηκαν και εκδηλώνεται με 2 κύριες παρεμβάσεις. Η πρώτη, διαρκώς εγκρίνει πιστώσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος, υπό τον φόβο ότι μια άτακτη χρεοκοπία μίας ή περισσότερων χωρών θα προκαλούσε μία νέα τραπεζική κρίση. Αυτό βασίζεται στο γεγονός ότι οι οφειλές των PIIGS (Portugal, Italy, Ireland, Greece, Spain) στις ευρωπαϊκές τράπεζες ανέρχονταν τον Μάρτιο του 2011 στο ποσό των 2,2 τρισεκατομμυρίων ευρώ. Τα χρήματα των προγραμμάτων ‘διάσωσης’, εισφερθέντα στο EFSF από εθνικές κυβερνήσεις μελών της ΕΕ-ευρωζώνης συνδυαζόμενα με πιστώσεις του ΔΝΤ, αποτελούσαν ένα πρόσθετο δημοσιονομικό βάρος για τις ‘διασωζόμενες’ χώρες και αυξανόμενο κίνδυνο υποβάθμισης της πιστοληπτικής τους ικανότητας-αξιολόγησης. Η δεύτερη, αφορούσε σε παροχή πιστώσεων  από την ΕΚΤ προς τις τράπεζες των ‘διασωζόμενων’ χωρών, Ισπανίας και Βελγίου, έναντι εγγυήσεων (δημόσιοι τίτλοι έκδοσης των αντίστοιχων χωρών) καθώς και στις άτυπες στοχευμένες αγορές κρατικών ομολόγων από τη δευτερογενή αγορά. Σε πολιτικό επίπεδο, αυτό συνοδευόταν από τον εξαναγκασμό αποδοχής προγραμμάτων ακραίας λιτότητας και ‘μεταρρυθμίσεων’ από τις ‘διασωζόμενες’ χώρες (άκρατη περικοπή δαπανών και ραγδαία αύξηση φόρων για δημοσιονομικό εξορθολογισμό), με αιτιολογία το χρέος τους να καταστεί βιώσιμο. Το πρόσθετο όπλο της αναδιάρθρωσης χρέους δεν μεταβάλλει ουσιαστικά τις προοπτικές της προς ‘διάσωση’ χώρας. Μία απομείωση-‘κούρεμα’ 50% του ανεξόφλητου κρατικού χρέους δεν βελτιώνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της χώρας και οι προοπτικές ανάπτυξής της ουσιαστικά παραμένουν αμετάβλητες. Η συνεισφορά μιας δραστικής διαγραφής χρέους  στον κρατικό προϋπολογισμό, παραμένει αμφίβολη και ενδεχομένως ανεπαρκής για την εξάλειψη του ελλείμματός του, μέσω της μειωμένης δαπάνης για καταβολή τόκων.  Η μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη για την έξοδο των περιφερειακών χωρών από την κρίση, εκτός της βραχυπρόθεσμης λύσης των περικοπών δαπανών και των αυξήσεων φόρων, βασίζεται στην περικοπή των μισθών για την ανάκτηση-αποκατάσταση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Η λογική της είναι η ανάκτηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας μέσω της εσωτερικής υποτίμησης, εστιάζοντας στους μισθούς, αφού μία χώρα εντασσόμενη σε μία νομισματική ένωση χάνει το εργαλείο-δυνατότητα της υποτίμησης του εθνικού νομίσματος. Η συμπίεση του μισθολογικού κόστους επιδεινώνει τις παραγόμενες ήδη, από τις περικοπές δαπανών και αυξήσεις φόρων, αποπληθωριστικές τάσεις αυξάνοντας την ανεργία και εμβαθύνοντας την ύφεση. Το ανεξόφλητο χρέος αυξάνεται ταχέως λόγω της αύξησης των τόκων, δημιουργώντας δημοσιονομικά ελλείμματα. Ακόμη η προκαλούμενη μείωση του ΑΕΠ αυξάνει αυτόματα το χρέος (μετρούμενο ως ποσοστό του).  Οι ενταχθείσες τρεις χώρες στον μηχανισμό ‘διάσωσης’ εκπροσωπούν 6,1% του ΑΕΠ της ευρωζώνης, αλλά η προσφυγή της Ισπανίας που  εκπροσωπεί το 11,5% ή και μελλοντικά του Βελγίου (3,8%) και ακόμη χειρότερα της Ιταλίας (16,8%) θα δημιουργήσει μια εκρηκτική μη αντιμετωπίσιμη κατάσταση. Είναι πέρα από τη λογική τι θα επακολουθήσει στην περίπτωση της Γαλλίας, που κατέχει το 21,2% του ευρωζωνικού ΑΕΠ. Το τέλος θα επέλθει, όταν κάποια από τις πλουσιότερες χώρες αρνηθεί να προσφέρει τα απαραίτητα χρήματα στον μηχανισμό ‘διάσωσης’.
Η απόρριψη του συστήματος δόμησης της ευρωζώνης, σημαίνει την οικειοθελή ή αναγκαστική αποχώρηση κάποιων χωρών από την ΟΝΕ, ως η λιγότερο κακή διαθέσιμη επιλογή,  και η Ελλάδα είναι η πρώτη υποψήφια γι’αυτό. Αν οι ακολουθούμενες πολιτικές συνεχισθούν αδιάλειπτα, θα καταστήσουν μονόδρομο την απόρριψη του συστήματος για τις χώρες που έχουν ενταχθεί στον μηχανισμό ‘διάσωσης’. Μία έξοδος από την ευρωζώνη θα αύξανε σε φοβερό βαθμό τη διεθνή ανταγωνιστικότητα και τις προοπτικές ανάπτυξης αυτών των χωρών αυτόματα, λόγω της αναπόφευκτης τεράστιας υποτίμησης των εθνικών νομισμάτων. Μία οικονομική ανάπτυξη που θα βασιζόταν μόνο στην υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, δεν θα μακροημέρευε και θα διαρκούσε για σύντομο χρονικό διάστημα. Η έξοδος κάποιας ή κάποιων χωρών από την ευρωζώνη, θα επέφερε τεράστιο κόστος και την αναπόφευκτη διάλυση της ευρωζώνης, λόγω του φαινομένου του ντόμινο και της αδίστακτης επίθεσης των ‘αγορών’ στην επόμενη υποψήφια προς αποχώρηση χώρα κ.ο.κ. Η δυνατότητα αυτή ανατρέχει στα πρόσφατα παραδείγματα της Αργεντινής και της Ισλανδίας. Καμία όμως από τις δύο χώρες, δεν ανήκε σε νομισματική ένωση με κοινό νόμισμα. Η Αργεντινή είχε  ‘κλειδωμένη’ την ισοτιμία πέσο με δολάριο με σχέση 1:1 και η απελευθέρωση διακύμανσης της συναλλαγματικής της ισοτιμίας, επέφερε μια υποτίμηση 70% μαζί με υποχρεωτική απομείωση-‘κούρεμα’ 65% στην αξία των κατεχόμενων από αλλοδαπούς ομολόγων της.  Αυτό δημιούργησε πληθωρισμό 26% το 2002, 13% το 2003 για να ‘ομαλοποιηθεί’ στη συνέχεια στο 4%, ποσοστό ανάπτυξης 8,5% από το 2003 ως το 2008, εκρηκτική ανάπτυξη των εξαγωγών 15-20% μετά το 2002 και πλεόνασμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών 3% του ΑΕΠ την ίδια περίοδο, με ταυτόχρονη μείωση του δημόσιου χρέους στο 40% του ΑΕΠ. Οι ενταχθείσες στον μηχανισμό ‘διάσωσης’ χώρες, αλλά και η Ισπανία, έχουν πολλά κοινά με την Αργεντινή του 2001: μεγάλη απώλεια διεθνούς ανταγωνιστικότητας, αποδιοργάνωση δημόσιων οικονομικών, αυξανόμενο δημόσιο χρέος σε μη βιώσιμα επίπεδα, μη υγιή οικονομική ανάπτυξη, έντονη φυγή κεφαλαίων, τεράστια ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών και απώλεια επενδυτικής εμπιστοσύνης.  Οι ‘διασώσεις’ της Ευρώπης το μόνο που ουσιαστικά έκαναν, ήταν η διοχέτευση διαρκώς μεγαλύτερων πόρων σε αποτυχημένα εγχειρήματα, αναβάλλοντας και εμβαθύνοντας τις συνέπειες της κρίσης. Η αναδιάρθρωση της Ισλανδίας, αν και επώδυνη-δαπανηρή για τον πληθυσμό, δεν σπατάλησε άλλα χρήματα επιβαρύνοντας τους φορολογούμενούς με την εθνικοποίηση των ιδιωτικών χρεών των άσωτων τραπεζών της, όντας ‘τυχερή’ αφού δεν ήταν μέλος της ΕΕ.
Η αποδοτική λειτουργία μιας βέλτιστης νομισματικής ένωσης-ζώνης προϋποθέτει την εκπλήρωση ορισμένων συνθηκών και εξαρτάται από αυτές. Στην περίπτωση της ευρωζώνης δεν εκπληρώνονται (μερικά ή ολικά): πολιτική ένωση, δημοσιονομική ενοποίηση, κινητικότητα εργατικού δυναμικού και ευελιξία τιμών-μισθών. Οι κρίσεις υπερχρέωσης των περιφερειακών χωρών της, ανέδειξαν  τις συνέπειες της μη εκπλήρωσης αυτών των συνθηκών και την προβληματική φύση δόμησης ΟΝΕ-ευρωζώνης. Στα πλαίσια της ριζικής αναμόρφωσης-ανασύνθεσης του συστήματος δόμησής της  αναγκαία και απαραίτητα είναι :
λλαγή του ρόλου και λειτουργίας της ΕΚΤ, στην κατεύθυνση που λειτουργεί οποιαδήποτε κεντρική τράπεζα παγκόσμια,  αναλαμβάνοντας  τη συνολική διαχείριση των κρατικών χρεών των χωρών της ευρωζώνης. 
-Ριζική  αλλαγή της αρχιτεκτονικής της ευρωζώνης, με κατάργηση του ‘Συμφώνου Σταθερότητας’   και  του  ‘Συμφώνου  για  το  ευρώ’  και αντικατάστασή τους με ένα ‘Σύμφωνο Ανάπτυξης και Απασχόλησης’ διαφορετικού περιεχομένου.
-Οι πολιτικές  τύπου  ‘Μνημονίου’, οδηγούν σε μεγαλύτερη ύφεση επιτείνοντας το οικονομικό αδιέξοδο   και  μη επιλύοντας ουσιαστικά το υφιστάμενο πρόβλημα. Αντίθετα πρέπει να εφαρμοσθεί πολιτική μεταφοράς δημοσιονομικών πόρων από πλεονασματικές σε ελλειμματικές εμπορικά χώρες, στα πλαίσια επίτευξης ομοιογένειας και ομοσπονδιοποίησης της ευρωζώνης.
Η αλήθεια είναι ότι  οι ‘διασώσεις’ της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας, και η πρόσφατη παγκόσμιας ‘πρωτοτυπίας’ της Κύπρου, αλλά και όποιων άλλων χωρών μελλοντικά, είναι διασώσεις των ουσιαστικά πτωχευμένων ευρωπαϊκών τραπεζών και ιδιαίτερα γαλλικών-γερμανικών. Τα πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών των χωρών του βορρά, ιδιαίτερα της Γερμανίας, διοχετεύθηκαν μέσω των τραπεζών και των ‘επενδυτών’ στο εξωτερικό, σε άκρως ριψοκίνδυνες επενδύσεις και δεν ανακυκλώθηκαν με τη δημιουργία επενδύσεων στο εσωτερικό της ευρωζώνης. Η αναδιάρθρωση των χρεών των χωρών της περιφέρειας, θα προκαλέσει ζημιές στις γαλλογερμανικές τράπεζες και ιδιαίτερα στις τράπεζες-δανειστές του δημόσιου τομέα. Η ανακεφαλαιοποίηση-κεφαλαιακή ενίσχυση αυτών των τραπεζών, που οι πολιτικοί της Γερμανίας φοβούνται και τρέμουν  την χρηματοδότησή τους από τους φορολογούμενούς τους, είναι αναπόφευκτη. Προκρίνεται η εθελοτυφλία στην ύπαρξη αυτού του προβλήματος και ως λύση στην κρίση της ευρωζώνης, η επιβολή χρόνιας ακραίας λιτότητας στις ‘άσωτες’ περιφερειακές χώρες της. Η επιβολή αυτής της γερμανικής λύσης, που  επιπλέον επέβαλε και την παρέμβαση-παρουσία του ΔΝΤ και των ακραία νεοφιλελεύθερων πολιτικών του τύπου ‘μνημονίου’ στην Ευρώπη, είναι η ασταμάτητη οικονομική στήριξη των πιο αδύναμων περιφερειακών χωρών μέχρι την ουσιαστική λύση του προβλήματος των χρεοκοπημένων ευρωπαϊκών τραπεζών. 

(Σημείωση: Το παραπάνω άρθρο αποτελεί επικαιροποίηση παλιότερου με σύντομη αναφορά στις τελευταίες εξελίξεις, σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Κύπρου, που θεωρούμε ότι επιβεβαιώνουν τις  εκτιμήσεις-απόψεις που διατυπώνουμε)

* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική-χρηματοοικονομική) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα),  email : nikokal02@yahoo.gr, website: www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Η συστημική κρίση της ευρωζώνης και η περίπτωση της Κύπρου

Η συστημική κρίση της ευρωζώνης και η περίπτωση της Κύπρου

του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*  24/3/2013

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργήθηκε ως ένα όραμα υλοποίησης της ειρήνης, ισοτιμίας, ισονομίας, συνεργασίας και αλληλεγγύης μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών και αποφυγής επανάληψης της κόλασης των δύο παγκοσμίων πολέμων. Το όραμα αυτό παραγκωνίσθηκε πρακτικά για να εξυπηρετηθούν πολιτικοοικονομικά συμφέροντα των αρχιτεκτονικών της ΕΕ, που ήταν σε κατάφωρη αντίφαση με τα συμφέροντα των ευρωπαίων πολιτών.  Η απόφαση δημιουργίας του  κοινού νομίσματος ευρώ, εντάχθηκε στην κατεύθυνση εξυπηρέτησης των συμφερόντων-οφελών των ευρωπαϊκών ελίτ  και όχι στην εξασφάλιση των οικονομικών διαδικασιών-λειτουργιών των ευρωπαϊκών λαών. Προ της έναρξης της οικονομικής-χρηματοπιστωτικής κρίσης, η ΕΕ διατηρούσε κάποια δημοκρατικά χαρακτηριστικά και πλεονεκτήματα για τα κράτη-μέλη της, ανεξαρτήτως της πληθυσμιακής, οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος τους. Η επέλευση όμως αυτής της κρίσης, άλλαξε ραγδαία τα δεδομένα και κατάργησε ουσιαστικά τις βασικές αρχές λειτουργίας της ΕΕ, θέτοντας επί τάπητος την de facto διχοτόμησή της σε χώρες του πλεονασματικού εμπορικά βορρά-κέντρου και της ελλειμματικής εμπορικά περιφέρειας-νότου. 
Η επικράτηση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών αντιμετώπισης της χρηματοπιστωτικής κρίσης των subprimes μετά το 2008 από την Μέρκελ, συνέτειναν στη διάσωση του διεφθαρμένου-χρεοκοπημένου χρηματοπιστωτικού συστήματος του κέντρου (γερμανικές τράπεζες), επιβαρύνοντας  τις περιφερειακές χώρες με τις προσπάθειες διάσωσης των χρηματοπιστωτικών τους συστημάτων και εξωθώντας τις στον κίνδυνο οικονομικής-πολιτικής αστάθειας και χρεοκοπίας. Η μη άσκηση από την ΕΚΤ του ρόλου του δανειστή ύστατης καταφυγής, ως αποτέλεσμα της νεοφιλελεύθερης δόμησης της ευρωζώνης και της γερμανικής επιβολής παρά τα παγκοσμίως ισχύοντα για τις κεντρικές τράπεζες των χωρών, εκτίναξε τα επιτόκια δημόσιου δανεισμού των πλέον αδύναμων κρατών-μελών στα ύψη.  Οι πολιτικές αυτές οδηγούν μαθηματικά στη διάλυση ή διάσπαση της ευρωζώνης, διαιρώντας την σε δανειστές και δανειολήπτες, με τους πρώτους  να αυτοθεωρούνται ως αδέκαστοι εντολοδόχοι-κριτές των δεύτερων, με την απαίτηση υιοθέτησης από τους δεύτερους των πολιτικών που αυτοί προκρίνουν υπό την απειλή βαρύτατων  κυρώσεων όταν οι δεύτεροι δεν τις εκτελούν και τον διασυρμό τους ως 'σπάταλων' και 'διεφθαρμένων', όντας υπαίτιοι εκτός των δικών τους δεινών και για τα δεινά της ευρωζώνης.
Η ευρωζώνη έχει μετατραπεί, εξαιτίας αυτών των πολιτικών, σε ένα ιεραρχικό σύστημα-πυραμίδα όπου στην κορυφή του βρίσκεται η Γερμανία και στη βάση του οι οικονομικά αδύναμες χώρες (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Κύπρος κλπ), βασισμένο στην οικονομική δύναμη και το κόστος δημόσιου δανεισμού με κριτήριο ιεράρχησης-κατάταξης των χωρών την πιστοληπτική τους αξιολόγηση από τους γνωστούς αμαρτωλούς οίκους.  Το κόστος χρηματοδότησης της ανάπτυξης είναι σταθερά υψηλότερο για τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας και συνδυαζόμενο με το φθηνό κόστος χρηματοδότησης της ανάπτυξης των χωρών του κέντρου, δημιουργεί μία τάση μεταφοράς των ποιοτικών χρηματοοικονομικών πόρων και του εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού από την περιφέρεια προς το κέντρο, ενισχύοντας διαρκώς τις αποκλίσεις και καθιστώντας την ύφεση μία μόνιμη κατάσταση. Ακόμη, η αφθονία οικονομικών πόρων στο κέντρο και η έλλειψη τους στην περιφέρεια θα εξαναγκάσει τη δεύτερη σε αναζήτηση επενδυτικών κεφαλαίων υπό οποιουσδήποτε όρους, ανοίγοντας έτσι  τον δρόμο για τον 'ανθρωπιστικό' οικονομικό επεκτατισμό του κέντρου ή άλλων, εκτός ευρωζώνης, ισχυρών οικονομικά κρατών. Η νέα, μετά την κρίση,  ΕΕ έχει θέσει τα θεμέλια για έναν de facto οικονομικό δυαδισμό, όπου στην μία πλευρά της βρίσκονται πλούσια, αναπτυγμένα και ανεξάρτητα κράτη και στην άλλη φτωχά, υπανάπτυκτα και εξαρτημένα. Όσο ο φόβος θα καθορίζει την αντίδραση των χωρών που βρίσκονται στη βάση αυτής της πυραμίδας, τόσο οι χώρες στην κορυφή της θα συνεχίζουν ακάθεκτα τον λανθασμένο για την ευρωζώνη νεοφιλελεύθερο ‘μονόδρομο’, αυξάνοντας την απόσταση και το ρήγμα μεταξύ περιφέρειας και κέντρου και διαστρέφοντας διαρκώς και περισσότερο τις αρχές και τις συνθήκες ύπαρξης της ΕΕ. Τελικός σκοπός μιας τέτοιας στόχευσης, δεν μπορεί να είναι άλλος από την μετατροπή των χωρών της περιφέρειας σε αποικίες-προτεκτοράτα χρέους, όπου θα ισχύουν εργασιακές συνθήκες ειδικών οικονομικών ζωνών (εκτενής ανάλυση σε προγενέστερο άρθρο μας).
Η κρίση της Κύπρου είναι καταφανέστατα χρηματοπιστωτική-τραπεζική κρίση, παρόμοια με της Ιρλανδίας αλλά και της εκτός ΕΕ Ισλανδίας. Η ‘λύση’ που προωθείται από το ευρωπαϊκό ‘ιερατείο’, σαφέστατα χειρότερη των άλλων δύο, απειλεί με ολοσχερή καταστροφή το κυπριακό οικονομικό μοντέλο και αναζωπύρωση, στα όρια της επαπειλούμενης διάλυσης,  την κρίση του ευρώ.   Το πρόβλημα και των τριών χωρών προέρχεται από το χρεοκοπημένο χρηματοπιστωτικό-τραπεζικό σύστημα, καθώς ο δημόσιος τομέας τους δεν ευθύνεται για την κρίση κατέχοντας σχετικά χαμηλό χρέος, αλλά το βάρος καλείται να επωμισθεί η κοινωνία συνολικά και το δημόσιο. Ο τραπεζικός τομέας της Κύπρου κατέχει περιουσιακά στοιχεία περίπου επταπλάσια του ΑΕΠ, παρόμοια με του ιρλανδικού, ενώ ο ισλανδικός ήταν ακόμη μεγαλύτερος. Στην Ισλανδία οι τράπεζες δανειζόμενες κερδοσκοπούσαν στις αγορές παραγώγων, ενώ στην Ιρλανδία η κερδοσκοπία πραγματοποιούνταν στα ακίνητα. Στην Κύπρο η προσέλκυση των διεθνών καταθέσεων, αποσκοπούσε σε μεγάλες τοποθετήσεις σε ελληνικά κρατικά ομόλογα και δανεισμό ελληνικών επιχειρήσεων. Οι ισλανδικές τράπεζες χρεοκόπησαν μετά την κατάρρευση την Lehman Brothers το 2008, οι ιρλανδικές μετά το ‘σκάσιμο’ της τεράστιας ‘φούσκας’ ακινήτων το 2008-9 και οι κυπριακές λόγω της ελληνικής κρίσης, κυρίως μετά το τραγικό PSI+ και το ‘κούρεμα’ των ελληνικών ομολόγων που κατείχαν. Η Ιρλανδία επέλεξε την αφειδή χρηματοδότηση των τραπεζών της, διογκώνοντας το δημόσιο χρέος της με παράλληλη προστασία των καταθετών, αλλά και των μεγάλων ομολογιούχων που ήταν ουσιαστικά ξένες τράπεζες. Αντίθετα, η Ισλανδία αρνήθηκε τη χορήγηση νέων κεφαλαίων στις τράπεζες και τη διόγκωση του δημόσιου χρέους της και επέλεξε τη χρεοκοπία των τραπεζών, προστατεύοντας τους εγχώριους καταθέτες και μεταβιβάζοντας τη ζημία στους μετόχους, τους ομολογιούχους και τους ξένους καταθέτες.
Όμως σε κάθε ευρωπαϊκό κράτος, ο χρηματοπιστωτικός-τραπεζικός τομέας υπερβαίνει κατά πολύ το ΑΕΠ της χώρας, π.χ. κατά τη διάρκεια της κρίσης ο κύκλος εργασιών των τραπεζών της Ελβετίας ανερχόταν στο 650% του ΑΕΠ, της Γαλλίας στο 320% και της Γερμανίας στο 280%. Ακόμη, στο Λουξεμβούργο ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι 20πλάσιος του ΑΕΠ (!!!!!!), στο Βέλγιο δύο τράπεζες (Dexia, Fortis) έχουν μέγεθος τετραπλάσιο του ΑΕΠ, στη Μ. Βρετανία τρείς τράπεζες (RBS, Barclays, HSBC) έχουν επίσης τετραπλάσιο μέγεθος, στην Ισπανία μία τράπεζα (Santander) έχει μέγεθος ίσο με το ΑΕΠ, ενώ στις Σουηδία   και Ολλανδία ο χρηματοπιστωτικός τομέας υπερβαίνει 3,5 φορές το ΑΕΠ. Στην Ευρωζώνη, όπου το ΑΕΠ των χωρών που την απαρτίζουν κυμαινόταν το 2010 στα 10 τρισ. ευρώ, το ενεργητικό των τραπεζών της υπερέβαινε τα 43 τρισ. ευρώ. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (Bank of International Settlements), τo 2010 το μέγεθος του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού τομέα, όσον αφορά μόνο σε «άϋλους τίτλους» ξεπέρασε τα 1.030 τρις δολάρια, ενώ το παγκόσμιο ΑΕΠ ήταν μόλις 62 τρις δολάρια, δηλαδή 16,5 φορές μεγαλύτερος. Τέλος, το ενεργητικό των τραπεζών, τη στιγμή της εκδήλωσης της κρίσης, ήταν τριπλάσιο του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Η Κύπρος διόγκωσε τον δημόσιο δανεισμό της αποδεχόμενη την ‘τροϊκανή’ λιτότητα, αλλά οι τράπεζες χρειάζονται περαιτέρω περίπου 17 δις ευρώ. Τα 10 δις θα προέλθουν από νέο κρατικό δανεισμό, σύμφωνα με τον ‘τροϊκανό’ σχεδιασμό, και ο κύριος όγκος των υπολοίπων από τα χρήματα των καταθετών. Οι καταθέτες παρότι θα λάβουν μετοχές ίσης ονομαστικής αξίας, πρακτικά θα υποστούν ζημιά. Σε αντάλλαγμα, η Κύπρος θα υποστεί ακόμη αυστηρότερη λιτότητα και το δημόσιο χρέος της θα υπερβεί το 100% του ΑΕΠ. Η νέα λιτότητα, η απώλεια καταθέσεων και ο περιορισμός της τραπεζικής ρευστότητας θα βαθύνουν την ύφεση, που μπορεί να υπερβεί και το 5% το 2013. Το διογκωμένο δημόσιο χρέος σύντομα θα γίνει μη βιώσιμο και μάλλον θα χρειασθεί νέα ‘διάσωση’  και ‘κούρεμα’, με επακόλουθη συνέπεια τις   μειώσεις μισθών-συντάξεων και την περαιτέρω αύξηση της ανεργίας. 
Η μεταβίβαση του κόστους στις καταθέσεις, ηθελημένη απόφαση της ‘τρόϊκα’ για την αποφυγή διάσωσης των ρώσων και βρετανών μεγαλοκαταθετών, αποτελεί μέτρο που αντιβαίνει τις βασικές αρχές της διεθνούς τραπεζικής λειτουργίας και συνιστά απαράδεκτη και καταστροφική ενέργεια. Στην περίπτωση της εξ ολοκλήρου  μεταβίβασης του κόστους στους μεγαλοκαταθέτες άνω των 100.000 ευρώ, οι κυπριακές τράπεζες θα καταστούν διεθνώς αναξιόπιστες, με συνέπειες την απόσυρση καταθέσεων εξωτερικού, απώλεια ρευστότητας, χρηματοπιστωτική συρρίκνωση, εμβάθυνση της ύφεσης και τελικά την εκμηδένιση της κυπριακής αναπτυξιακής στρατηγικής που βασιζόταν στην ανάδειξη της κυπριακής οικονομίας σε κέντρο διεθνών χρηματοπιστωτικών συναλλαγών.  Στην περίπτωση μερικής μεταβίβασης του κόστους στους μικροκαταθέτες κάτω των 100.000 ευρώ, οι συνέπειες θα είναι ακόμη χειρότερες  λόγω παραβίασης της ευρωζωνικής αρχής της κρατικής εγγύησης των καταθέσεων και απώλειας της εμπιστοσύνης-ασφάλειας των καταθετών προς τις τράπεζες, καθώς και κινδύνου επανάληψης του φαινομένου και σε άλλες χώρες της ευρωζώνης.
Η διάχυση του κινδύνου σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης, με πρώτες υποψήφιες τις χώρες της περιφέρειας, είναι εμφανέστατος με άμεσο κίνδυνο ραγδαίας αποσάθρωσης του ευρωζωνικού τραπεζικού συστήματος και αναζωπύρωσης της κρίσης του ευρώ, μέχρι και πιθανότατης διάλυσης του.  Το γεγονός και μόνο ότι η απόφαση αυτή λήφθηκε εξαιτίας του μικρού μεγέθους της κυπριακής οικονομίας (μόλις 0,2% της ευρωζώνης), αποδεικνύει τον κυνισμό του Eurogroup, την έλλειψη αλληλεγγύης εντός της ΟΝΕ και την απουσία κοινών κανόνων για όλα τα μέλη. Πέραν της άμεσης επιτάχυνσης αποσύνθεσης του ευρώ, τίθεται ευθέως και το θέμα εξακολούθησης ύπαρξης της κυπριακής εθνικής υπόστασης.

Η έμμεση κοινωνικοποίηση των τραπεζικών ζημιών, καθώς επίσης η κρυφή «τροφοδοσία» της Γερμανίας από τις υπόλοιπες χώρες, γίνεται πλέον άμεση. Παράλληλα, στοχοθετείται η υπεξαίρεση του ελληνικού και κυπριακού υπόγειου πλούτου, με απώτερο σκοπό την ανεξαρτητοποίηση της Γερμανίας από τη ρωσική ενέργεια,  που είναι απαραίτητη για την περαιτέρω αύξηση της ισχύος της. Μια πιθανή συνέχεια θα έθετε ως μελλοντικούς πρωταγωνιστές τις Ισπανία και Ιταλία, όπου οι μικρομέτοχοι των τραπεζών, οι ιδιώτες ομολογιούχοι και οι καταθέτες, θα κληθούν να πληρώσουν τη Γερμανία, μέσω μίας ευρύτερης δήμευσης. Κάποιο μέτοχοι, ομολογιούχοι και καταθέτες, λαμβάνοντας υπόψη το παράδειγμα της Κύπρου, ίσως προστρέξουν στην εκποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων, ‘ρίχνοντας λάδι στη φωτιά’ της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους και μετατρέποντάς την σε μία ανεξέλεγκτη πλέον πυρκαγιά.

* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα), email : nikokal02@yahoo.gr, website : www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Μόνο η δημιουργία μηχανισμών ανακύκλωσης των πλεονασμάτων θα δώσει διέξοδο στην κρίση

Μόνο η δημιουργία μηχανισμών ανακύκλωσης των πλεονασμάτων θα δώσει διέξοδο στην κρίση
Πηγή: Express.gr  12/02/13-08:57 (καθημερινη οικονομικη εφημεριδα Εξπρες)

Των Αρχοντή Λ. Πάντσιου* και Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου**

ΜΕΤΑ από τρία μνημόνια, ένα «κούρεμα» το 2012 του 53,5% της ονομαστικής αξίας των ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου που κατείχε ο ιδιωτικός τομέας, συσσωρευμένη ύφεση την εξαετία 2008-2013 που προβλέπεται να αγγίξει ή και να υπερβεί το 25%, ανεργία που αγγίζει το 27%, υπερφορολόγηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων και νοικοκυριών και ένα βαρύγδουπο mea culpa από το ΔΝΤ όσον αφορά την υποεκτίμηση της επίδρασης του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή μείωσης του ελλείμματος στην ύφεση, η ελληνική οικονομία εισέρχεται στις αρχές του 2013 σε μια αποφασιστική καμπή: μετά την (προσωρινή;) απομάκρυνση του ενδεχόμενου εξόδου της Ελλάδας από τη Ζώνη του Ευρώ (ΖτΕ) και τη θετικότερη αντιμετώπιση της Ελλάδας από τα διεθνή ΜΜΕ, τείνουν να δημιουργηθούν προσδοκίες για επιστροφή στην ανάπτυξη στα τέλη του 2013 με αρχές του 2014. Πόσο ρεαλιστικές είναι τέτοιες προσδοκίες; Και ευρύτερα στο πλαίσιο της ΖτΕ είναι πρόωρη η ανακούφιση που εκφράζεται από επίσημα χείλη αξιωματούχων όπως του Ollie Rehn και του Herman Van Rompuy ότι η κρίση στη ΖτΕ έχει ξεπερασθεί;

Σε άρθρο με θέμα «Συστημική κρίση και διαμάχες στην ευρωζώνη» που δημοσιεύθηκε το 2011 (στις αρχές ακόμα της κρίσης) από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών σε τόμο με τίτλο «Η διεθνής κρίση, η κρίση στην ευρωζώνη και το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα», οι συγγραφείς υποστήριζαν ότι η κρίση που δημιουργήθηκε στη ΖτΕ, με αφορμή την ελληνική κρίση χρέους, δεν ήταν απλά κρίση ενός κράτους-μέλους, αλλά οφειλόταν σε συστημικούς παράγοντες που συνδέονταν με την αρχιτεκτονική της ΖτΕ και ότι αν η ΖτΕ δεν δημιουργήσει αξιόπιστους μηχανισμούς αντιμετώπισης και αποτροπής κρίσεων, που οφείλονταν  σε μακροοικονομικές ανισορροπίες και ασύμμετρους κραδασμούς, το ευρώ θα αντιμετώπιζε πρόβλημα μεσοπρόθεσμης επιβίωσης.
Από τότε έχει κυλήσει «αρκετό νερό στ'Α αυλάκι»: τρεις χώρες συνολικά έχουν ενταχθεί στο μηχανισμό στήριξης (Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία), η Κύπρος βρίσκεται προ της εισόδου, η Ισπανία και η Ιταλία είδαν τα spreads στα δεκαετή τους ομόλογα να ανεβαίνουν σε υψηλά επίπεδα, το αξιόχρεο χωρών όπως η Γαλλία υποβαθμίσθηκε και η ΖτΕ έχει προχωρήσει με διστακτικά βήματα στην υιοθέτηση μέτρων όπως το πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων από την ΕΚΤ, με προϋπόθεση την ένταξη μιας χώρας σε καθεστώς μνημονίου και τη θεσμοθέτηση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM).
Παρά τη σχετική νηνεμία που φαίνεται να κυριαρχεί τους τελευταίους δύο μήνες στη ΖτΕ, βασικές συστημικές δομικές αδυναμίες παραμένουν, τα αποτελέσματα των οποίων θα επανεμφανισθούν εφόσον συνεχίσει να υφίσταται το υπόβαθρο δημιουργίας μακροοικονομικών ανισορροπιών. Η προσήλωση σε διαιώνιση πολιτικών λιτότητας (τις οποίες τώρα φαίνεται να τις εξορκίζει ακόμη και το ΔΝΤ) αυτοτελώς τείνει στη δημιουργία φυγόκεντρων δυνάμεων αποσταθεροποίησης του ευρώ και διάλυσης της συνοχής στη ΖτΕ.

Η υιοθέτηση του κοινού νομίσματος το 1999 βασίσθηκε περισσότερο σε πολιτικά και λιγότερο σε οικονομικά κριτήρια, παρά την τότε κριτική πολλών επιφανών οικονομολόγων (συμπεριλαμβανομένου ακόμη και του κορυφαίου νεοφιλελεύθερου-μονεταριστή Milton Friedman)  ότι τα οικονομικά θεμέλια ήταν σαθρά και ότι το ευρώ δεν θα μακροημέρευε.

Η ανατίμηση του ευρώ κατά 7% ως προς τα κύρια νομίσματα μέχρι το 2010 επηρέασε διαφορετικά τις χώρες της ΖτΕ: σε χώρες όπως η Γερμανία και η Φινλανδία υπήρξε μια πραγματική υποτίμηση ως 3,5%, ενώ χώρες όπως οι Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα, Ισπανία και Ιρλανδία απώλεσαν ένα μεγάλο ποσοστό ανταγωνιστικότητας βιώνοντας μια πραγματική ανατίμηση που κυμάνθηκε από 5% ως 20%! Σε χώρες όπως η Γερμανία υπήρξε αμελητέα αύξηση στους μισθούς (μισθολογικό  dumping) και στην ιδιωτική κατανάλωση, ενώ στην Ισπανία και την Πορτογαλία παρατηρήθηκαν σημαντικές αυξήσεις τιμών και μισθών μέχρι το 2008, μαζί με την επενδυτική φούσκα των ακινήτων. Στην Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος του ιδιωτικού τομέα είχε αυξήσεις μισθών κοντά στην παραγωγικότητα, ενώ υπήρξαν υπέρογκες αυξήσεις μισθών και διόγκωση του δημόσιου τομέα, με μέση ετήσια αύξηση του ΑΕΠ στο 3,7% μεταξύ του 1999 και την έναρξη της ύφεσης το 2008.

Οι ασύμμετρες επιπτώσεις του κοινού νομίσματος στην ανταγωνιστικότητα οδήγησαν σχηματικά στη δημιουργία ενός πλεονασματικού Βορρά και ενός ελλειμματικού Νότου: Γερμανία, Ολλανδία, Αυστρία και Φινλανδία είδαν τα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών τους να γίνονται διαρκώς πλεονασματικότερα, ενώ σε χώρες όπως οι Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία, Πορτογαλία και Ελλάδα συνέβη το αντίθετο με τα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών τους να γίνονται διαρκώς ελλειμματικότερα.

Εφόσον οι ελλειμματικές χώρες της ΖτΕ δεν είχαν ανεξάρτητη νομισματική πολιτική, αλλά ούτε και δικό τους νόμισμα για να μπορέσουν να το υποτιμήσουν και να ανακτήσουν έτσι την  απολεσθείσα ανταγωνιστικότητα, υποχρεώθηκαν σε έναν φαύλο υφεσιακό κύκλο μέσω μιας επώδυνης, μονομερούς αναπροσαρμογής «εσωτερικής υποτίμησης» με μειώσεις μισθών και εισοδημάτων. Παρόμοια προγράμματα λιτότητας εφαρμόσθηκαν και εφαρμόζονται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, στις χώρες που προσέφυγαν στο μηχανισμό του ESM, αλλά και σε χώρες όπως οι Ισπανία και Ιταλία, που είδαν τα spreads στα δεκαετή τους ομόλογα να ανεβαίνουν σε επικίνδυνα υψηλά επίπεδα. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα έναν μέσο ρυθμό ανάπτυξης στη ΖτΕ στο επίπεδο του 0,5% περίπου για την τετραετία 2009-2012 (-3,4% το 2009 και 0,1% το 2012). Οι χώρες του ευρωπαϊκού κέντρου-Βορρά είχαν αντίστοιχα: Γερμανία 0,8% (-5% το 2009 και 1% το 2012), Ολλανδία -0,5% (-3,7% το 2009 και -0,9% το 2012), Αυστρία 0,5% (-3,5% το 2009 και 0,6% το 2012) και Φινλανδία -0,6% (-8,5% το 2009 και 0,05% το 2012). Οι χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας-Νότου είχαν αντίστοιχα: Ιταλία -1,3% (-5,5% το 2009 και -2% το 2012), Ισπανία -1,2% (-3,7% το 2009 και -1,2% το 2012), Ιρλανδία -1% (-5,5% το 2009 και 0,9% το 2012), Πορτογαλία -1,4% (-2,9% το 2009 και -3% το 2012) και Ελλάδα -4,8% (-2,4% το 2009 και -6,4% το 2012).
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η θεσμοθέτηση του ESM και το πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων από την ΕΚΤ επέδρασαν μεν κατευναστικά στην κρίση, αλλά  ο θεραπευτικός τους χαρακτήρας είναι κατά πάσα πιθανότητα προσωρινός, αφού δεν δημιουργούνται μηχανισμοί που αφενός θα αντιμετωπίζουν βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα πιθανές μακροοικονομικές ανισορροπίες και αφετέρου θα τις αποτρέπουν μακροπρόθεσμα.
Οι ενδεχόμενες μακροοικονομικές ανισορροπίες θα πρέπει λοιπόν να αντιμετωπίζονται συμμετρικά: η μονοσήμαντη τοποθέτηση του βάρους της προσαρμογής ολοκληρωτικά στις ελλειμματικές χώρες με επώδυνα μέτρα ύφεσης που δοκιμάζουν στο έπακρο τις αντοχές μιας κοινωνίας και απειλούν με ρήξη τον κοινωνικό της ιστό, πολιτικές που αποτελούν κύριο συστατικό της μέχρι τούδε ακολουθούμενης πολιτικής (με τις όποιες αυτοκριτικές περί υπερβολικής δόσης του φαρμάκου που ακούγονται τελευταία), ενέχει κινδύνους δημιουργίας μιας υφεσιακής δίνης συνολικά για τη ΖτΕ. Προγράμματα αναπροσαρμογής θα είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας αν συνοδεύονταν και από αντίστοιχες πολιτικές  που θα έκαναν την αναπόφευκτη ύφεση στις ελλειμματικές χώρες λιγότερο επώδυνη και μακρά και με καλύτερες προοπτικές ταχύτερης ανάκαμψης. Για παράδειγμα, η προσπάθεια μείωσης των διπλών ελληνικών ελλειμμάτων (δημοσιονομικών και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών) θα μπορούσε να συνοδευθεί από τη μεταβίβαση πόρων στον παραγωγικό ιστό της ελληνικής οικονομίας (και σε κάθε ελλειμματική οικονομία της ΖτΕ) μέσω μιας συνεκτικής οικονομικής διακυβέρνησης που θα αντιστοίχιζε τη νομισματική με τη δημοσιονομική αρχή (αντιμετωπίζοντας έτσι το πρόβλημα της ρευστότητας) και θα εξισορροπούσε τον πλεονασματικό Βορρά με τον ελλειμματικό Νότο (αντιμετωπίζοντας έτσι το πρόβλημα ασύμμετρων κραδασμών).

Συμπερασματικά, είναι αμφίβολο το κατά πόσο τα προγράμματα μονομερούς λιτότητας θα δώσουν τελική λύση στην κρίση της ΖτΕ. Αυτό που καθίσταται αναγκαίο για μια θετική προοπτική της ΖτΕ, εν μέσω μιας συστημικής κρίσης, είναι η υιοθέτηση μιας αναπτυξιακής πολιτικής μέσω της υιοθέτησης μιας νέας αρχιτεκτονικής της ευρωζώνης που θα περιλαμβάνει:

(α) Βραχυπρόθεσμες/μεσοπρόθεσμες λύσεις:
-Αμφίδρομος έλεγχος ελλειμμάτων/πλεονασμάτων στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών,
-Ταυτόχρονη υιοθέτηση μηχανισμών αντιμετώπισης του χρέους (νέος ρόλος για την ΕΚΤ, μεγαλύτερη ευελιξία και υψηλότερη κεφαλαιοποίηση του ESM, εμβάθυνση οικονομικής διακυβέρνησης και έκδοση ευρωομολόγων)
-Μεταβίβαση δημοσιονομικών πόρων από πλεονασματικές σε ελλειμματικές χώρες
-Υιοθέτηση πολιτικών που αυξάνουν τη ζήτηση στις πλεονασματικές χώρες (π.χ. μεγαλύτερες αυξήσεις μισθών και συντάξεων).
(β) Μακροπρόθεσμες λύσεις:
-Πλήρης πολιτική και οικονομική ενοποίηση με θεσμοθέτηση συμμετρικού μηχανισμού ελέγχου ανισορροπιών για μια αμφίδρομη, συμμετρική εξισορρόπηση στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών μεταξύ πλεονασματικών και ελλειμματικών χωρών με απώτερο στόχο την πρόληψη κρίσεων. Ένας τέτοιος θεσμός θα βασιζόταν στο Σχέδιο Keynes, που ηττήθηκε το 1944 στο Bretton Woods από το Σχέδιο White (ο Harry Dexter-White ήταν αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ) και είχε αναπτυξιακό χαρακτήρα, επιβάλλοντας την αύξηση των εισαγωγών των πλεονασματικών χωρών από τις ελλειμματικές χώρες.
Καταληκτικά, η εμμονή σε υφεσιακές πολιτικές ελέγχου μόνο των ελλειμμάτων, βυθίζει σε ύφεση πολλές χώρες και εξαπλώνεται σε όλη τη ΖτΕ με ρυθμό ντόμινο, με αποτέλεσμα τη μεγάλη αύξηση του κίνδυνου να οδηγηθούμε σε έντονους κραδασμούς και διευρυμένες κοινωνικές αναταραχές. Μόνο η δημιουργία μηχανισμών που βραχυπρόθεσμα θα ανακυκλώνουν δημιουργικά τα πλεονάσματα και μακροπρόθεσμα θα αποθαρρύνουν τη δημιουργία υπερβολικών ανισορροπιών, θα δώσουν μακροπρόθεσμες προοπτικές στη ΖτΕ.

* Ο Αρχοντής Λ. Πάντσιος είναι δρ Οικονομικών Επιστημών, καθηγητής Οικονομίας και εκτελεστικός πρύτανης στο Αμερικανικό Κολέγιο Θεσσαλονίκης (ACT), apantsio@act.edu
** Ο Καλλίνικος Κ. Νικολακόπουλος είναι οικονομολόγος με 2ετές μάστερ  τραπεζικής/χρηματοοικονομικής - αναλυτής πληρ/κών συστημάτων με 2ετές μάστερ, nikokal02@yahoo.gr, www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΖΩΝΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩ: ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΕΞΟΔΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΖΩΝΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩ: ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΕΞΟΔΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ
των Αρχοντή Λ. Πάντσιου* και Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου**  5/2/2013

Μετά από τρία Μνημόνια, ένα «κούρεμα» το 2012 του 53,5% της ονομαστικής αξίας των ομολόγων του Ελληνικού δημοσίου που κατείχε ο ιδιωτικός τομέας, συσσωρευμένη ύφεση την εξαετία 2008-2013 που προβλέπεται να αγγίξει ή και να υπερβεί το 25%, ανεργία που αγγίζει το 27%, υπερφορολόγηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων και νοικοκυριών και ένα βαρύγδουπο mea culpa από το ΔΝΤ όσον αφορά στην υποεκτίμηση της επίδρασης του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή μείωσης του ελλείμματος στην ύφεση, η Ελληνική οικονομία εισέρχεται στις αρχές του 2013 σε μια αποφασιστική καμπή: μετά την (προσωρινή;) απομάκρυνση του ενδεχόμενου εξόδου της Ελλάδας από τη Ζώνη του Ευρώ (ΖτΕ) και τη θετικότερη αντιμετώπιση της Ελλάδας από τα διεθνή ΜΜΕ, τείνουν να δημιουργηθούν προσδοκίες για επιστροφή στην ανάπτυξη στα τέλη του 2013 με αρχές του 2014. Πόσο ρεαλιστικές είναι τέτοιες προσδοκίες; Και ευρύτερα στο πλαίσιο της ΖτΕ, είναι πρόωρη η ανακούφιση που εκφράζεται από επίσημα χείλη αξιωματούχων όπως του Ollie Rehn και του Herman Van Rompuy ότι η κρίση στη ΖτΕ έχει ξεπερασθεί;
Σε άρθρο με θέμα «Συστημική Κρίση και Διαμάχες στην Ευρωζώνη» που δημοσιεύθηκε το 2011 (στις αρχές ακόμα της κρίσης) από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών σε τόμο με τίτλο «Η Διεθνής Κρίση, η Κρίση στην Ευρωζώνη και το Ελληνικό Χρηματοπιστωτικό Σύστημα», οι συγγραφείς υποστήριζαν ότι η κρίση που δημιουργήθηκε στη ΖτΕ, με αφορμή την Ελληνική κρίση χρέους, δεν ήταν απλά κρίση ενός κράτους-μέλους, αλλά οφειλόταν σε συστημικούς παράγοντες που συνδέονταν με την αρχιτεκτονική της ΖτΕ και ότι αν η ΖτΕ δεν δημιουργήσει αξιόπιστους μηχανισμούς αντιμετώπισης και αποτροπής κρίσεων, που οφείλονταν  σε μακροοικονομικές ανισορροπίες και ασύμμετρους κραδασμούς, το ευρώ θα αντιμετώπιζε πρόβλημα μεσοπρόθεσμης επιβίωσης.
Από τότε έχει κυλήσει «αρκετό νερό στ’ αυλάκι»: τρεις χώρες συνολικά έχουν ενταχθεί στον μηχανισμό στήριξης (Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία), η Κύπρος βρίσκεται προ της εισόδου, η Ισπανία και Ιταλία είδαν τα spreads στα δεκαετή τους ομόλογα να ανεβαίνουν σε υψηλά επίπεδα, το αξιόχρεο χωρών όπως η Γαλλία υποβαθμίσθηκε και η ΖτΕ έχει προχωρήσει με διστακτικά βήματα στην υιοθέτηση μέτρων όπως το πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων από την ΕΚΤ, με προϋπόθεση την ένταξη μιας χώρας σε καθεστώς μνημονίου, και τη θεσμοθέτηση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM).
Παρά τη σχετική νηνεμία που φαίνεται να κυριαρχεί τους τελευταίους δύο μήνες στη ΖτΕ, βασικές συστημικές δομικές αδυναμίες παραμένουν, τα αποτελέσματα των οποίων θα επανεμφανισθούν εφόσον συνεχίσει να υφίσταται το υπόβαθρο δημιουργίας μακροοικονομικών ανισορροπιών. Η προσήλωση σε διαιώνιση πολιτικών λιτότητας (που οποίες τώρα φαίνεται να τις εξορκίζει ακόμη και το ΔΝΤ), αυτοτελώς τείνει στη δημιουργία φυγόκεντρων δυνάμεων αποσταθεροποίησης του ευρώ και διάλυσης της συνοχής στη ΖτΕ.
Η υιοθέτηση του κοινού νομίσματος το 1999, βασίσθηκε περισσότερο σε πολιτικά και λιγότερο σε οικονομικά κριτήρια, παρά την τότε κριτική πολλών επιφανών οικονομολόγων (συμπεριλαμβανομένου ακόμη και του κορυφαίου νεοφιλελεύθερου–μονεταριστή Milton Friedman)  ότι τα οικονομικά θεμέλια ήταν σαθρά και ότι το ευρώ δεν θα μακροημέρευε.
Η ανατίμηση του ευρώ κατά 7% ως προς τα κύρια νομίσματα μέχρι το 2010, επηρέασε διαφορετικά τις χώρες της ΖτΕ: σε χώρες όπως η Γερμανία και η Φιλανδία υπήρξε μια πραγματική υποτίμηση ως 3,5%, ενώ χώρες όπως οι Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα, Ισπανία και Ιρλανδία απώλεσαν ένα μεγάλο ποσοστό ανταγωνιστικότητας βιώνοντας μια πραγματική ανατίμηση που κυμάνθηκε από 5% ως 20%! Σε χώρες όπως η Γερμανία υπήρξε αμελητέα αύξηση στους μισθούς (μισθολογικό  dumping) και στην ιδιωτική κατανάλωση, ενώ στην Ισπανία και Πορτογαλία παρατηρήθηκαν σημαντικές αυξήσεις τιμών και μισθών μέχρι το 2008, μαζί με την επενδυτική φούσκα των ακινήτων. Στην Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος του ιδιωτικού τομέα είχε αυξήσεις μισθών κοντά στην παραγωγικότητα, ενώ υπήρξαν υπέρογκες αυξήσεις μισθών και διόγκωση του δημόσιου τομέα, με μέση ετήσια αύξηση του ΑΕΠ στο 3,7% μεταξύ του 1999 και την έναρξη της ύφεσης το 2008.
Οι ασύμμετρες επιπτώσεις του κοινού νομίσματος στην ανταγωνιστικότητα, οδήγησαν σχηματικά στη δημιουργία ενός πλεονασματικού Βορρά και ενός ελλειμματικού Νότου: Γερμανία, Ολλανδία, Αυστρία και Φιλανδία είδαν τα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών τους να γίνονται διαρκώς πλεονασματικότερα, ενώ σε χώρες όπως οι Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία, Πορτογαλία και Ελλάδα συνέβη το αντίθετο με τα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών τους να γίνονται διαρκώς ελλειμματικότερα.
Εφόσον οι ελλειμματικές χώρες της ΖτΕ δεν είχαν ανεξάρτητη νομισματική πολιτική, αλλά ούτε και δικό τους νόμισμα για να μπορέσουν να το υποτιμήσουν και να ανακτήσουν έτσι την  απωλεσθείσα ανταγωνιστικότητα, υποχρεώθηκαν σε έναν φαύλο υφεσιακό κύκλο μέσω μιας επώδυνης, μονομερούς αναπροσαρμογής «εσωτερικής υποτίμησης» με μειώσεις μισθών και εισοδημάτων. Παρόμοια προγράμματα λιτότητας εφαρμόσθηκαν και εφαρμόζονται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, στις χώρες που προσέφυγαν στον μηχανισμό του ESM, αλλά και σε χώρες όπως οι Ισπανία και Ιταλία, που είδαν τα spreads στα δεκαετή τους ομόλογα να ανεβαίνουν σε επικίνδυνα υψηλά επίπεδα. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα έναν μέσο ρυθμό ανάπτυξης στη ΖτΕ στο επίπεδο του 0,5% περίπου για την τετραετία 2009-2012 (-3,4% το 2009 και 0,1% το 2012). Οι χώρες του ευρωπαϊκού κέντρου-Βορρά είχαν αντίστοιχα: Γερμανία 0,8% ( -5% το 2009 και 1% το 2012), Ολλανδία -0,5% (-3,7% το 2009 και -0,9% το 2012), Αυστρία 0,5% (-3,5% το 2009 και 0,6% το 2012) και Φιλανδία -0,6% (-8,5% το 2009 και 0,05% το 2012).   Οι χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας-Νότου είχαν αντίστοιχα: Ιταλία -1,3% (-5,5% το 2009 και -2% το 2012), Ισπανία -1,2% (-3,7% το 2009 και -1,2% το 2012), Ιρλανδία -1% (-5,5% το 2009 και 0,9% το 2012), Πορτογαλία -1,4% (-2,9% το 2009 και -3% το 2012) και Ελλάδα -4,8% (-2,4% το 2009 και -6,4% το 2012).
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η θεσμοθέτηση του ESM και το πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων από την ΕΚΤ, επέδρασαν μεν κατευναστικά στην κρίση, αλλά  ο θεραπευτικός τους χαρακτήρας είναι κατά πάσα πιθανότητα προσωρινός, αφού δεν δημιουργούνται μηχανισμοί που αφενός θα αντιμετωπίζουν βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα πιθανές μακροοικονομικές ανισορροπίες και αφετέρου θα τις αποτρέπουν μακροπρόθεσμα.
Οι ενδεχόμενες μακροοικονομικές ανισορροπίες θα πρέπει λοιπόν να αντιμετωπίζονται συμμετρικά: η μονοσήμαντη τοποθέτηση του βάρους της προσαρμογής ολοκληρωτικά στις ελλειμματικές χώρες με επώδυνα μέτρα ύφεσης που δοκιμάζουν στο έπακρο τις αντοχές μιας κοινωνίας και απειλούν με ρήξη τον κοινωνικό της ιστό, πολιτικές που αποτελούν κύριο συστατικό της μέχρι τούδε ακολουθούμενης πολιτικής (με τις όποιες αυτοκριτικές περί υπερβολικής δόσης του φαρμάκου που ακούγονται τελευταία), ενέχει κινδύνους δημιουργίας μιας υφεσιακής δίνης συνολικά για τη ΖτΕ. Προγράμματα αναπροσαρμογής θα είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας αν συνοδευόταν και από αντίστοιχες πολιτικές  που θα έκαναν την αναπόφευκτη ύφεση στις ελλειμματικές χώρες λιγότερο επώδυνη και μακρά και με καλύτερες προοπτικές ταχύτερης ανάκαμψης. Για παράδειγμα, η προσπάθεια μείωσης των διπλών ελληνικών ελλειμμάτων (δημοσιονομικών και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών) θα μπορούσε να συνοδευθεί από την μεταβίβαση πόρων στον παραγωγικό ιστό της ελληνικής οικονομίας (και σε κάθε ελλειμματική οικονομία της ΖτΕ) μέσω μιας συνεκτικής οικονομικής διακυβέρνησης που θα αντιστοίχιζε τη νομισματική με τη δημοσιονομική αρχή (αντιμετωπίζοντας έτσι το πρόβλημα της ρευστότητας) και θα εξισορροπούσε τον πλεονασματικό Βορρά με τον ελλειμματικό Νότο (αντιμετωπίζοντας έτσι το πρόβλημα ασύμμετρων κραδασμών).
Συμπερασματικά, είναι αμφίβολο το κατά πόσο τα προγράμματα μονομερούς λιτότητας θα δώσουν τελική λύση στην κρίση της ΖτΕ. Αυτό που καθίσταται αναγκαίο για μια θετική προοπτική της ΖτΕ, εν μέσω μιας συστημικής κρίσης, είναι η υιοθέτηση μιας αναπτυξιακής πολιτικής μέσω της υιοθέτησης μιας νέας αρχιτεκτονικής της ευρωζώνης που θα περιλαμβάνει:
(α) Βραχυπρόθεσμες/μεσοπρόθεσμες λύσεις:
-Αμφίδρομος έλεγχος ελλειμμάτων/πλεονασμάτων στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών,
-Ταυτόχρονη υιοθέτηση μηχανισμών αντιμετώπισης του χρέους (νέος ρόλος για την ΕΚΤ, μεγαλύτερη ευελιξία και υψηλότερη κεφαλαιοποίηση του ESM, εμβάθυνση οικονομικής διακυβέρνησης και έκδοση ευρωομολόγων),
-Μεταβίβαση δημοσιονομικών πόρων από πλεονασματικές σε ελλειμματικές χώρες και
-Υιοθέτηση πολιτικών που αυξάνουν τη ζήτηση στις πλεονασματικές χώρες (π.χ. μεγαλύτερες αυξήσεις μισθών και συντάξεων).
(β) Μακροπρόθεσμες λύσεις:
-Πλήρης πολιτική και οικονομική ενοποίηση με θεσμοθέτηση συμμετρικού μηχανισμού ελέγχου ανισορροπιών για μια αμφίδρομη, συμμετρική εξισορρόπηση στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών μεταξύ πλεονασματικών και ελλειμματικών χωρών με απώτερο στόχο την πρόληψη κρίσεων. Ένας τέτοιος θεσμός θα βασιζόταν στο Σχέδιο Keynes, που ηττήθηκε το 1944 στο Bretton Woods από το Σχέδιο White (ο Harry Dexter-White ήταν αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ) και είχε αναπτυξιακό χαρακτήρα, επιβάλλοντας την αύξηση των εισαγωγών των πλεονασματικών χωρών από τις ελλειμματικές χώρες.
Καταληκτικά, η εμμονή σε υφεσιακές πολιτικές ελέγχου μόνο των ελλειμμάτων, βυθίζει σε ύφεση πολλές χώρες και εξαπλώνεται σε όλη τη ΖτΕ με ρυθμό ντόμινο, με αποτέλεσμα την μεγάλη αύξηση του κίνδυνου να οδηγηθούμε  σε έντονους κραδασμούς και διευρυμένες κοινωνικές αναταραχές. Μόνο η δημιουργία μηχανισμών που βραχυπρόθεσμα θα ανακυκλώνουν δημιουργικά τα πλεονάσματα και μακροπρόθεσμα θα αποθαρρύνουν τη δημιουργία υπερβολικών ανισορροπιών, θα δώσουν μακροπρόθεσμες προοπτικές στη ΖτΕ.

* Ο Αρχοντής Λ. Πάντσιος είναι Δρ. Οικονομικών Επιστημών, Καθηγητής Οικονομίας και Εκτελεστικός Πρύτανης στο Αμερικανικό Κολέγιο Θεσσαλονίκης (ACT), apantsio@act.edu
** Ο Καλλίνικος Κ. Νικολακόπουλος είναι οικονομολόγος με 2ετές μάστερ  τραπεζικής/χρηματοοικονομικής - αναλυτής πληρ/κών συστημάτων με 2ετές μάστερ, nikokal02@yahoo.gr, www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com