Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Είναι οι φόροι κατανάλωσης σε καπνό, αλκοόλ και ‘ανθυγιεινές’ τροφές κοινωνικά δίκαιοι ή διαστρέφουν τις θεμελιώδεις αρχές επιβολής της φορολογίας?

Είναι οι φόροι κατανάλωσης σε καπνό, αλκοόλ και ‘ανθυγιεινές’ τροφές κοινωνικά δίκαιοι ή διαστρέφουν τις θεμελιώδεις αρχές επιβολής της φορολογίας?

Του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*  1/4/2015

Oι φόροι κατανάλωσης που επιβάλλονται σε καπνό-τσιγάρα, αλκοολούχα ποτά και ‘ανθυγιεινές’ τροφές (τροφές με υψηλή περιεκτικότητα λιπαρών, ζάχαρης και αλατιού),  είναι το νέο εισαγόμενο ‘φρούτο’ εξ εσπερίας, που υιοθετείται άκριτα ως πανάκεια από νεοφιλελεύθερους και μη οικονομολόγους της υγείας και όχι μόνο. Στην Ελλάδα πρόσφατα επιβλήθηκε ένας τέτοιος φόρος στην κατανάλωση προϊόντων καπνού και αλκοολούχων ποτών, κατ’ επιταγή της νεοφιλελεύθερης μνημονιακής επιβολής που αποσάθρωσε το ήδη πληγέν σύστημα υγείας κοινωνικής ασφάλισης φιλελευθεροποιώντας το περαιτέρω, ενώ προτάθηκε να επεκταθεί και  στην κατανάλωση ‘ανθυγιεινών’ τροφών. Οι λεγόμενοι φόροι ‘αμαρτίας’, όπως έχει διεθνώς επικρατήσει να ονομάζονται, επιβάλλονται σε εκείνα τα αγαθά, όπως καπνός αλκοόλ και ‘ανθυγιεινές’ τροφές, που είναι αντικείμενα ευρείας αποδοκιμασίας. Τέτοιοι φόροι, είναι συχνά επιτρεπτοί επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι (συμπεριλαμβάνονται αρκετοί καπνιστές, μετριοπαθείς πότες και άνθρωποι με ‘ανθυγιεινές’ διατροφικές συνήθειες), αισθάνονται ότι υπάρχει κάτι αμυδρά ανήθικο στην κατανάλωση τέτοιων προϊόντων. Σκέφτονται ότι αυτοί οι φόροι ‘αμαρτίας’ επιτυγχάνουν διπλό στόχο, γιατί η πολιτεία αποκτά περισσότερα έσοδα και οι ‘κακές συνήθειες’ γίνονται ακριβότερες. Οι φόροι ‘αμαρτίας’ δεν είναι ένας τεχνικός όρος στα οικονομικά, αλλά μια μορφή φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται σε μερικά αγαθά. Διαφέρουν από ένα γενικό φόρο επί των πωλήσεων (π.χ. Φ.Π.Α.), που επιβάλλεται στο σύνολο των αγαθών (με συγκεκριμένες ελάχιστες εξαιρέσεις). Αυτό σημαίνει, ότι επιβάλλονται επιπρόσθετα ενός φόρου επί των πωλήσεων.
Η μακροπρόθεσμη συνέπεια ενός φόρου κατανάλωσης, είναι μία μείωση στην προσφορά του αγαθού, επί του οποίου επιβλήθηκε ο φόρος, οδηγώντας σε μια αύξηση της τιμής που οι καταναλωτές πρέπει να πληρώσουν. Αν αυτοί που τοποθετούν για αγορά το προϊόν, συνεχίσουν να το παράγουν στην ίδια ποσότητα δεν θα μπορούν να αυξήσουν την τιμή του. Αν οι καταναλωτές, εξακολουθούσαν να είναι πρόθυμοι να πληρώσουν για την πραγματική τιμή του αγαθού συν τον φόρο, οι παραγωγοί θα μπορούσαν επιτυχώς να χρεώσουν αυτό το ποσό χωρίς να συνυπολογίσουν την επιβολή του φόρου. Αυτό θα μας έδειχνε, ότι χρέωσαν λιγότερο από αυτό που η διακίνηση του αγαθού θα επέτρεπε. Και γιατί να μην χρεώσουν περισσότερο για το προϊόν; Μετά από όλα αυτά, δεν θα μπορούσαν να είχαν επωφεληθεί των όποιων ανελαστικοτήτων ζήτησης του προϊόντος, πριν την επιβολή του φόρου; Έτσι, αν συνεχίσουν να πουλούν την ίδια ποσότητα προϊόντος στην αγορά με τον πρόσφατα επιβληθέντα φόρο, δεν θα μπορούν να πάρουν περισσότερα από ότι θα έπαιρναν με την παλιά τιμή. Από τη στιγμή που αυτή η τιμή δεν θα τους αποζημιώνει για τα νέα υψηλότερα κόστη, ορισμένες επιχειρήσεις θα πρέπει να μειώσουν την προσφορά των προϊόντων. Η έξοδος των οριακών επιχειρήσεων από την παραγωγή των προϊόντων, ως αποτέλεσμα των υψηλότερων φόρων, συμβάλλει στην μείωση της προσφοράς. Αυτό σημαίνει ότι οι παραγωγοί δεν ελέγχουν άμεσα τις τιμές, στις οποίες θα πουλήσουν τα προϊόντα τους.
Μόνο η μεταβολή της προσφοράς ή της ζήτησης, θα τους καταστήσει ικανούς να τροποποιήσουν την τιμή. Η αύξηση της ζήτησης πρακτικά αποκλείεται, ως μέσο για να αντισταθμίσουν τα υψηλότερα κόστη παραγωγής. Αν ο χειρισμός της ζήτησης ήταν δυνατός, θα είχαν πράξει έτσι πριν την αύξηση στα κόστη παραγωγής. Έτσι, αυτό που αλλάζει την τιμή είναι η ελάττωση στην προσφορά του αγαθού. Συνεπώς, η μείωση στην προσφορά σημαίνει ότι λιγότερο εμπόρευμα θα καταναλωθεί. Το πώς θα σκεφθούμε για τους φόρους κατανάλωσης εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από το πώς σκεφτόμαστε για τους φόρους γενικά. Ο γενικός σκοπός τους είναι η αύξηση των εσόδων και η χρηματοδότηση  των κυβερνητικών δαπανών, ειδικά στον τομέα της υγείας. Αν η κυβέρνηση έπαιρνε τα χρήματα και τα πέταγε στο φούρνο, θα υπήρχε μείωση στην προσφορά χρήματος. Τα απομένοντα χρήματα θα ήταν αρκετά για να αγοράσουν την ίδια ποσότητα αγαθών και υπηρεσιών, λόγω της επακόλουθης μείωσης των τιμών. Αυτό που ενδιαφέρει, επομένως, είναι οι συνέπειες της κυβερνητικής απόφασης σε πραγματικούς όρους : τα αγαθά και οι υπηρεσίες που δεν θα είναι πλέον διαθέσιμα και η επακόλουθη αύξηση των τιμών. Ακόμη κι άνθρωποι  που δεν πληρώνουν φόρους (άμεση φορολογία), πληρώνουν για αυτά τα αγαθά, με την μορφή των υψηλότερων τιμών, γιατί πραγματικά τα επιθυμούν. Οι άνθρωποι, μερικές φορές, είναι πρόθυμοι να αποδεχθούν φόρους κατανάλωσης σε ‘αμαρτωλά’ προϊόντα, από ένα αίσθημα ότι αυτή είναι μία νόμιμη τιμωρία για τέτοιες απολαύσεις.
Μερικές φορές βέβαια, ο εμφανής σκοπός τέτοιων φόρων είναι η αποθάρρυνση χρήσης του προϊόντος και η μείωση της ποσότητας του καταναλωθέντος προϊόντος. Πολλοί θα αναρωτιούνται, αν μία τέτοια πατερναλιστική δράση εκ μέρους της κυβέρνησης είναι αιτιολογημένη. Θα αναρωτηθούν, τι κάνει τους πολιτικούς καλύτερους δικαστές για το τι είναι καλό για μας και επομένως αν θα έχουμε εμπιστοσύνη στη δική μας ή τη δική τους κρίση. Κατά περίσταση, οι φόροι ‘αμαρτίας’ βρίσκουν υποστηρικτές γιατί υποτίθεται ότι αυξάνουν τα έσοδα και αποθαρρύνουν τη χρήση των ‘αμαρτωλών’ προϊόντων. Κατά πολλούς ειδικούς, η επιβολή στον Καναδά φορολογίας καπνού έχει αποδειχθεί ότι σώζει ζωές και αυξάνει τα έσοδα. Οι φόροι ‘αμαρτίας’ τελικά δεν αυξάνουν τα έσοδα, εκτός αν οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το προϊόν, και δεν σώζουν ζωές, εκτός αν οι άνθρωποι αποφεύγουν τη χρήση του προϊόντος.
Θεωρώντας ότι το σύστημα υγείας χρηματοδοτείται από τα γενικά έσοδα, που αποκτώνται από το φορολογικό σύστημα (όπως συμβαίνει σε χώρες με εθνικό σύστημα υγείας), μια συνολική ή μερική αντικατάσταση της χρηματοδότησης από έναν υποθετικό φόρο κατανάλωσης καπνού- αλκοόλ – ‘ανθυγιεινών’ τροφών, οδηγεί σε καταφανή διαστρέβλωση της αιτιολόγησης της γενικής άμεσης φορολογίας, που είναι η προοδευτική αναλογικότητα της επιβολής της και ο αναδιανεμητικός χαρακτήρας της, υπέρ των κοινωνικών δαπανών και επ’ ωφελεία του κοινωνικού συνόλου.


* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική, μεταπτυχιακός φοιτητής οικονομικών και διοίκησης μονάδων υγείας) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα),  email : nikokal02@yahoo.gr, website :www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

Δημιουργία και λειτουργία της διεθνούς Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ) του χρέους στην Ελλάδα

Δημιουργία και λειτουργία  της διεθνούς Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου  (ΕΛΕ) του χρέους στην Ελλάδα
του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου* 23/3/2015 

Το πρόβλημα του χρέους δεν αποτελεί ένα απλό οικονομικό-διαχειριστικό ζήτημα, αλλά πολυπλοκότερο πρόβλημα πού αφορά στην κοινωνική ζωή και τις διεθνείς σχέσεις της Ελλάδας, ενώ η πρόταση αντιμετώπισής του αποτελεί το ουσιωδέστερο στοιχείο μιας στρατηγικής διεξόδου από την κρίση. Η αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους έχει πολυποίκιλες προεκτάσεις, απασχολώντας εντονότατα την  ελληνική κοινωνία, γιατί τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα αντιμετωπίζουν τεράστια αδιέξοδα και δυσκολίες αποπληρωμής του ιδιωτικού χρέους (ληξιπρόθεσμα στεγαστικά-καταναλωτικά δάνεια, μικρομεσαίες επιχειρήσεις που έκλεισα λόγω αδυναμίας αποπληρωμής επιχειρηματικών δανείων κλπ). Είναι επιβεβλημένη μία πολιτική αντιμετώπισης του ιδιωτικού χρέους με αξιοποίηση του υπάρχοντος νομικού πλαισίου, της δικαιοσύνης και θέσπισης νομοθετικών διατάξεων ελάφρυνσής του, ενώ αντίστοιχα οφείλει να αντιμετωπισθεί και η ελάφρυνση του δημόσιου χρέους.  Η δημιουργία ειδικής διεθνούς επιτροπής λογιστικού ελέγχου (audit) του δημόσιου χρέους και η ολοσχερής κατάργηση-ακύρωση των ‘μνημονιακών’ πολιτικών, που επιβλήθηκαν για την αντιμετώπισή του, είναι απαραίτητες.  
Η συγκρότηση ‘Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου’ (ΕΛΕ) δεν παρομοιάζεται  π.χ. με μια εξεταστική επιτροπή της Βουλής που έχει καταλήγει στη συγκάλυψη και όχι την ανάδειξη   των αιτιών, των υπευθύνων και τον καταλογισμό ευθυνών. Η υπόσταση και ο σκοπός της ΕΛΕ, είναι διαφορετικός από αυτόν μιας τεχνικής επιτροπής ή μη κυβερνητικής οργάνωσης που πραγματοποιεί υποδείξεις στην κυβέρνηση. Στόχοι της είναι ο προσδιορισμός του ‘απεχθούς’ χρέους και η ανάδειξη των πολιτικών ευθυνών της δημιουργίας του. Ο χαρακτήρας και ο τρόπος λειτουργίας της καθορίζονται από τον τεθέντα στόχο, προϋποθέτοντας ουσιαστική δυνατότητα ελέγχου και ‘ανοίγματος βιβλίων’ της χώρας. Προαπαιτούμενο είναι η κατοχύρωση-διασφάλιση της θεσμικής δικαιοδοσίας και ανεξαρτησίας  της και η στελέχωσή της με διεθνείς προσωπικότητες αδιάβλητου κύρους και αναμφισβήτητης ικανότητας για την ολοκλήρωση του έργου του ελέγχου (οικονομολόγοι, νομικοί, ορκωτοί λογιστές, εφοριακοί, δικαστικοί, εκπρόσωποι συνδικαλιστικών φορέων και κοινωνικών οργανώσεων κλπ).
Η ΕΛΕ λειτουργεί ανεξάρτητα από πολιτικά κόμματα, διασφαλίζει την ύπαρξη εξειδικευμένης γνώσης και εγγυάται τον δημοκρατικό έλεγχο και το υπόλογο όλων των εμπλεκομένων, έχοντας πλήρη διαχρονική πρόσβαση στις συμβάσεις και εκδόσεις δημόσιου χρέους, συμπεριλαμβανομένων των εκδόσεων ομολόγων, αλλά και κάθε διμερούς, πολυμερούς ή άλλης μορφής χρέους και δανειακών δημόσιων υποχρεώσεων. Έχει τις απαραίτητες αρμοδιότητες, για να τεθούν στη διάθεσή της όλα τα απαραίτητα αιτούμενα έγγραφα και δυνατότητες κλήσης προς εξέταση δημόσιων λειτουργών και δικαστικής συνδρομής για το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών (π.χ. λογαριασμών του δημοσίου σε ιδιωτικές τράπεζες και στην Τράπεζα της Ελλάδας) και επαρκές χρονικό διάστημα, για την μελέτη όλων των συμβάσεων και τη σύνταξη του πορίσματός της.
Οι ασκηθείσες πολιτικές ΕΕ και ΔΝΤ, για την αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους, επέφεραν τεράστιο κοινωνικό κόστος για την Ελλάδα και είναι δικαίωμα του ελληνικού λαού η πλήρης πληροφόρηση για το δημόσιο χρέος. Η ΕΛΕ θα διαπιστώσει-προσδιορίσει τις αιτίες του δημοσίου χρέους, τους όρους σύναψής του και τη χρήση των ληφθέντων δανείων. Τα πορίσματα της ΕΛΕ θα διαμορφώσουν κατάλληλες προτάσεις για την αντιμετώπιση του χρέους, συμπεριλαμβανομένου του χρέους που θα αποδειχθεί ως παράνομο και ‘απεχθές΄ ή επονείδιστο (odious) που θα διαγραφεί σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το διεθνές δίκαιο. Επιδίωξη της ΕΛΕ, πρέπει να είναι η συνδρομή της Ελλάδας στην λήψη των απαραίτητων μέτρων αντιμετώπισης του βάρους του χρέους καθώς και η διαπίστωση των ευθυνών για τις προβληματικές συμβάσεις του. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική-οικονομική κρίση του 2007-2008 έλαβε την μορφή κρίσης χρέους της περιφέρειας της ευρωζώνης, ενώ η αντίδραση της ΕΕ, σε συμφωνία με εθνικές κυβερνήσεις, ήταν η υιοθέτηση προγραμμάτων ‘διάσωσης’ με διευκόλυνση προσωρινού δανεισμού των χωρών της ευρωζώνης και προστασίας των τραπεζών και του χρηματοπιστωτικού συστήματος με αντίτιμο την εφαρμογή καταστροφικών-εγκληματικών προγραμμάτων ακραίας λιτότητας.
Η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Κύπρος αλλά και άλλες χώρες εξαναγκάσθηκαν στην περικοπή μισθών και συντάξεων, μείωση δημοσίων δαπανών, συρρίκνωση παροχών πρόνοιας, ιδιωτικοποίηση δημόσιων επιχειρήσεων και απελευθέρωση των αγορών. Το κοινωνικό κόστος από την εφαρμογή τέτοιων μέτρων είναι τεράστιο λόγω τρομακτικής αύξησης της ανεργίας, χρεοκοπίας επιχειρήσεων, συρρίκνωσης της παραγωγής   και εμβάθυνσης της ύφεσης. Ο ελληνικός λαός αγνοεί παντελώς τη σύνθεση και τους όρους του δημόσιου χρέους, παρότι η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο εφαρμογής των προγραμμάτων ‘διάσωσης’. Η έλλειψη ενημέρωσης είναι κορυφαία αποτυχία εφαρμογής δημοκρατικών διαδικασιών στην πλήρη πληροφόρηση των λαών, που καλούνται να σηκώσουν το βάρος των ‘μνημονιακών’ προγραμμάτων  με τεράστιο κοινωνικό κόστος.
Η δύναμη της ΕΛΕ δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον θεσμικό της ρόλο, αλλά και από τη δημιουργία κινημάτων στήριξης (πολιτών, οργανώσεων κλπ) της λειτουργίας της και ολοκλήρωσης του έργου της. Η διευκόλυνση λειτουργίας της, με τη συγκρότηση αυτόνομων επιτροπών κατά τομείς και ειδικά θέματα, είναι επιθυμητή όπου υπάρχει η υπόνοια για ύπαρξη κακοδιαχείρισης και κατασπατάλησης δημοσίου χρήματος (δανειακές συμβάσεις, ομολογιακά δάνεια, εξοπλιστικά προγράμματα, δημόσια έργα, κρατικές προμήθειες, ιδιωτικοποιήσεις, σκανδαλώδεις φορολογικές ρυθμίσεις, γερμανικές οφειλές κλπ). Η λειτουργία της θα συντελέσει στην απόκτηση δικτύωσης των κοινωνικών και πολιτικών οργανώσεων, που υιοθετούν την ιδέα ουσιαστικού ελέγχου του δημόσιου χρέους, και θα τεκμηριώσει την άρνηση πληρωμής του ‘απεχθούς’ χρέους με ηθικά, νομικά και πολιτικά επιχειρήματα, ανατρέποντας την κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου σε Ελλάδα και ΕΕ. Η μη υπέρβαση των ορίων λειτουργίας και δράσης της ΕΛΕ είναι κρίσιμη, κατανοώντας ότι η συγκρότησή της δεν πρέπει να συνδυασθεί με προσπάθειες ελέγχου και χειραγώγησής της. Αναγκαίος θεωρείται ο σεβασμός της αυτοτελούς υπόστασής της και του αδιάβλητου και αντικειμενικού τρόπου αξιολόγησης στη διατύπωση εναλλακτικών προτάσεων αντιμετώπισης του δημόσιου χρέους, σε ευθεία αντίθεση με τις νεοφιλελεύθερες επιλογές των κυρίαρχων ελίτ ΕΕ-Ελλάδας.


* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική, μεταπτυχιακός φοιτητής οικονομικών και διοίκησης μονάδων υγείας) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα) , email : nikokal02@yahoo.gr,website :  www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

‘Απεχθές’ ή ‘επονείδιστο’ (odious) χρέος και πτυχές του

 ‘Απεχθές’ ή ‘επονείδιστο’ (odious)  χρέος και πτυχές του

του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου*  22/3/2015

Διεθνώς υπάρχουν τρεις κύριες προσεγγίσεις, εξετάζοντας τη νομική φύση του δημόσιου χρέους και την αδυναμία αποπληρωμής του. Η πρώτη προσέγγιση, υιοθετούμενη από το ΔΝΤ και αγγλόφωνους θεωρητικούς, αντιμετωπίζει το χρέος ως μία συνηθισμένη εμπορική σχέση, με εφαρμογή διατάξεων του πτωχευτικού δικαίου, εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών-δανειστών και υποχρέωση των κρατών στη λήψη αναγκαίων-απαραίτητων μέτρων για την εξασφάλιση αποπληρωμής του. Η δεύτερη επικρατέστερη προσέγγιση, δέχεται το δικαίωμα κρατών άρνησης-αναστολής πληρωμής του χρέους, με επίκληση της ‘κατάστασης ανάγκης’, που υιοθετήθηκε και από την ‘Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου’ του ΟΗΕ (1980, 1983) και από το ‘Διεθνές Δικαστήριο’ της Χάγης. Τα κράτη, μέσα στα πλαίσια άσκησης κρατικής κυριαρχίας, μπορούν  να αρνηθούν την αποπληρωμή δανείων, ως μόνο τρόπο επιτυχίας εξασφάλισης των ζωτικών τους συμφερόντων έναντι άμεσων και επικείμενων κινδύνων. Έτσι, η Αργεντινή κήρυξε κατάσταση ‘έκτακτης ανάγκης στην κοινωνική, διοικητική, οικονομική και συναλλαγματική πολιτική’ αναστέλλοντας την πληρωμή του εξωτερικού χρέους και με επαναδιαπραγμάτευσή του επέτυχε διαγραφή 70% της αξίας του, που θεωρήθηκαν σύννομες κατά το διεθνές δίκαιο από εθνικά/διεθνή δικαστήρια. Η τρίτη ριζοσπαστική προσέγγιση, αναφέρεται ιστορικά στη διαγραφή των τσαρικών χρεών από τη Σοβιετική Ένωση το 1921, γιατί ‘κανένας λαός δεν είναι υποχρεωμένος να πληρώσει  την αξία αυτών των αλυσίδων που ο ίδιος ο λαός φορούσε στη διάρκεια των αιώνων’ (Β.Ι.Λένιν). Μεταπολεμικά αναδείχθηκε το αίτημα των χωρών του τρίτου κόσμου για διαγραφή των χρεών τους, κινούμενο στο πλαίσιο του κινήματος για δικαιότερη διεθνή οικονομική τάξη, που υιοθετήθηκε από την Καθολική Εκκλησία (1980) και από την ‘Αρμοστεία για τα ανθρώπινα δικαιώματα’ του ΟΗΕ (1998), με το  επιχείρημα άρνησης αποπληρωμής του ‘απεχθούς’ χρέους.
Ο ορισμός του Ρώσου διεθνολόγου Alexander Shack (1927), που είναι ευρύτερα δεκτός, θεωρεί ως ‘απεχθές’ το χρέος που είναι σε βάρος του λαού μιας χώρας, όταν δεν υπήρξε συναίνεσή του όντας σε γνώση των πιστωτών, με έμπρακτη εφαρμογή του στην επαναδιαπραγμάτευση του χρέους του Ισημερινού-Εκουαδόρ (2008), αν και  ‘ντε φάκτο’ εφαρμόσθηκε σε διενέξεις του 19ου  και 20ου αιώνα. Ως ‘απεχθές’ χρέος, θεωρούνται όλα τα δάνεια που παραβιάζουν αρχές του διεθνούς δικαίου (άδικος πλουτισμός, κατάχρηση δικαιώματος, δόλος, τοκογλυφία, βλάβη, υπερβολικό κόστος δανεισμού, χρήση ή απειλής χρήσης βίας κλπ) και όχι μόνο τα δάνεια προς δικτατορικά καθεστώτα, σύμφωνα με τη χάρτα των Ηνωμένων Εθνών, τη Διεθνή Σύμβαση για τα Πολιτικά Δικαιώματα, τη Σύμβαση για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, τη Διακήρυξη για το Δικαίωμα στην Ανάπτυξη, τη Συνθήκη της Βιέννης που διέπει το δίκαιο των διεθνών συμβάσεων κλπ.
Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο δανεισμός δεν ήταν σε όφελος της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού μη έχοντας τη συναίνεσή του και ενώπιον διαιτητικού δικαστηρίου. Η κυβέρνηση της οφειλέτριας χώρας πρέπει να αποδείξει ότι πολλά από τα δημιουργηθέντα χρέη ανήκουν στην κατηγορία του ‘απεχθούς’ χρέους, ενώ οι πιστωτές πρέπει να αποδείξουν ότι οι απαιτήσεις τους δεν εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία και έλαβαν υπόψη την πιστοληπτική ικανότητα του κράτους-οφειλέτη. Στο εθνικό δίκαιο των περισσότερων ευρωπαϊκών κρατών, υπάρχουν διατάξεις που προσδιορίζουν τις ευθύνες των πιστωτών στους όρους και στα όρια του δανεισμού .
Η διαδικασία διερεύνησης του ‘απεχθούς’ χρέους, εκτός της αμφισβήτησής του, επιδρά θετικά και στη δυναμική αναδιαπραγμάτευσής του, ενώ καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει το εγχώριο/διεθνές καθεστώς δικαίου επίλυσης των διαφορών. Οι πολίτες μίας χώρας, συμβάλλουν καταλυτικά στη διαδικασία διερεύνησης και ανάδειξης των δυνατοτήτων αμφισβήτησης αποπληρωμής του χρέους, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, με δυνατότητα αξιοποίησης παρεμβάσεων στη Επιτροπή Οικονομικών, Κοινωνικών και Πολιτιστικών Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, διευκολύνοντας τη νομική αμφισβήτηση αποπληρωμής του ‘απεχθούς’ χρέους. Η διαπίστωση ύπαρξης ‘απεχθούς’ χρέους, προκύπτει από συνολικό έλεγχο του δημόσιου χρέους, ανακαλύπτοντας τους οικονομικούς και πολιτικούς δεσμούς δημιουργίας του και αποκαλύπτοντας το συνολικό ποσό των δανείων, τον σκοπό, τους όρους, τη χρήση, το ποσό αποπληρωμής και την προμήθειά τους, το ποσό–μέγεθος μετατροπής ιδιωτικών χρεών σε δημόσια κλπ. Έτσι, θα προσδιορισθεί το άνομο και θα διαχωρισθεί από το νόμιμο χρέος. Το άνομο χρέος, θα αμφισβητηθεί και θα ακυρωθεί με νομικές και διαφανείς διαδικασίες και θα μπορέσει να υπάρξει επαναδιαπραγμάτευση της αποπληρωμής μέρους ή όλου  του νόμιμου χρέους με ευνοϊκούς όρους.   
Η άρνηση πληρωμής του χρέους αποτελεί έννομη πράξη και αρκετές χώρες, τους δύο τελευταίους αιώνες, προσέφυγαν  σε αυτή, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας που έχει κηρύξει ήδη τέσσερις επίσημες πτωχεύσεις, ενώ οι πιστωτές μπορούν να προσφύγουν στα διεθνή/εθνικά δικαστήρια, διεκδικώντας την αποπληρωμή του. Η διεθνής εμπειρία και οι πολιτικές αντιμετώπισης χρέους, είτε μέσω αναδιαρθρώσεων  είτε μέσω στάσης πληρωμών, καθορίζουν και τη χάραξη συγκεκριμένης πολιτικής. Μελέτη της Κεντρικής Τράπεζας της Ισπανίας (2008), απέδειξε ότι προληπτική αναδιάρθρωση κρατικών χρεών πέτυχε μικρότερη μείωση του ΑΕΠ με σχετικά μικρό ‘κούρεμα’ του χρέους και σημαντική επιμήκυνση του χρόνου εξόφλησής του, ενώ χώρες που προέβησαν σε στάση πληρωμών και κατόπιν σε αναδιάρθρωση πέτυχαν μεγαλύτερο ‘κούρεμα’ του χρέους. Αποδεικνύεται στατιστικά, ότι οι χώρες που πραγματοποίησαν στάση πληρωμών πέτυχαν μείωση του χρέους μεσοσταθμικά 41,8%, ενώ χώρες που προέβησαν σε προληπτική αναδιάρθρωση χρέους πέτυχαν αντίστοιχη μεσοσταθμική μείωση 19,2%.  Οι χώρες με στάση πληρωμών, είχαν μεγαλύτερη μείωση του ΑΕΠ 7,5%, αλλά και θεαματική ανάκαμψη το επόμενο έτος της τάξης του 6%, ενώ αντίθετα χώρες που προέβησαν σε προληπτική αναδιάρθρωση είχαν μικρότερη πτώση του ΑΕΠ 3,6%, αλλά και μικρότερη ανάκαμψη 1%. Τα κράτη όμως που έκαναν προληπτική αναδιάρθρωση του χρέους, εξήλθαν γρηγορότερα στις ‘αγορές’, συγκριτικά με όσα προχώρησαν σε στάση πληρωμών κλπ. 


* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική, μεταπτυχιακός φοιτητής οικονομικών και διοίκησης μονάδων υγείας) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα) , email : nikokal02@yahoo.gr,website :  www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Σύνοψη των γερμανικών οφειλών προς την Ελλάδα

Σύνοψη  των γερμανικών οφειλών προς την Ελλάδα
        του Καλλίνικου Κ. Νικολακόπουλου* 14/3/2015

Η μόνη χώρα της ευρωζώνης, που δεν υπέγραψε τη δανειακή σύμβαση Ελλάδας–χωρών ευρωζώνης απευθείας με την Ελλάδα, ήταν η Γερμανία και αντ’αυτής υπέγραψε η γερμανική κρατική επενδυτική τράπεζα KFW, λόγω του γερμανικού κατοχικού δανείου και των γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων.  Το ύψος τους κατά το 2010 ατόκως, ήταν 162 δις ευρώ (7,1 δις δολάρια για πολεμικές επανορθώσεις και 3,5 δις δολάρια για το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο, αγοραστικής αξίας 1938, δηλαδή 108 και 54 δις ευρώ το 2010 ατόκως αντίστοιχα, σύμφωνα με απόφαση της 19μελούς Διασυμμαχικής Επιτροπής Παρισίου το 1946. Η Γερμανία δεν εξόφλησε τις αναγνωρισμένες οφειλές της προς την Ελλάδα, έχοντας εξοφλήσει όλες τις αντίστοιχες οφειλές των άλλων χωρών. Τα ποσά αυτά δεν παραγράφηκαν, ούτε μπορούν να παραγραφούν, όντας αναγνωρισμένες οφειλές με διεθνείς συμφωνίες-συμβάσεις και αρκεί η έγγραφη απαίτησή τους από την ελληνική κυβέρνηση. Σε περίπτωση άρνησης καταβολής τους από τη Γερμανία, η Ελλάδα στοιχειοθετεί δικαίωμα προσφυγής στα διεθνή δικαστήρια και αναμφισβήτητης δικαίωσής της.
Η σχετική δανειακή συμφωνία του αναγκαστικού γερμανικού κατοχικού δανείου, που υπογράφηκε από πληρεξούσιους Γερμανίας-Ιταλίας την 14/3/1942, μη παρούσης της Ελλάδας, προέβλεπε: Η ελληνική κυβέρνηση υποχρεούται μηνιαία να καταβάλλει έξοδα κατοχής 1,5 δισ. δρχ., οι επιπλέον αναλήψεις από την Τράπεζα της Ελλάδος, χρεώνονταν στις κυβερνήσεις Γερμανίας-Ιταλίας ως άτοκο σε δραχμές δάνειο της Ελλάδας προς αυτές και η επιστροφή του δανείου θα γινόταν αργότερα με ισχύ από 1/1/1942. Η δανειακή σύμβαση αποτελούσε μια συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας που επιβαλλόταν στην Ελλάδα ως υποχρεωτικά εκτελεστή-αναγκαστική, με μορφή μηνιαίων προκαταβολών, απροσδιόριστου ύψους, διάρκειας και ημερομηνίας αποπληρωμής άτοκα σε δραχμές, ενώ ακολούθησαν τρεις τροποποιήσεις με κοινή βούληση των συμβαλλομένων, μετατρέποντας την σε κοινό συμβατικό έντοκο δάνειο. Με την πρώτη τροποποίηση (2/12/1942) ορίσθηκε ότι τα δανειακά ποσά είναι αναπροσαρμοζόμενα και θα αρχίσουν να επιστρέφονται από τον Απρίλιο 1943, όταν καταβλήθηκαν δύο εξοφλητικές δανειακές δόσεις χωρίς συνέχεια, καθιστώντας το δάνειο συμβατικό, έντοκο, λόγω υπερημερίας, και σταθερού νομίσματος, αποτελώντας συμβατική υποχρέωση της Γερμανίας έναντι της Ελλάδας, και όχι επανορθωτική, μη εντασσόμενο στη συμφωνία του Λονδίνου 1953 που ανέστειλε την καταβολή των επανορθώσεων και αποζημιώσεων μέχρι την επανένωση της Γερμανίας.
Η Γερμανία δανείσθηκε από την Ελλάδα, κατά παράβαση της, ισχύουσας και σήμερα σύμβασης της Χάγης 1909, και δεν αμφισβήτησε ποτέ το δάνειο αρχίζοντας την αποπληρωμή του, ενώ ο καγκελάριος Έρχαρντ το 1964 δεσμεύθηκε για την επιστροφή του μετά την επανένωση της Γερμανίας. Η γερμανική κατοχή είναι υπεύθυνη για το ολοκαύτωμα 1940-44, την αύξηση του πληθωρισμού 15,3 εκατομμύρια φορές, ενώ μόνο η Ελλάδα κατέβαλε στη Γερμανία πολεμικές αποζημιώσεις. Για την επανόρθωση η Ελλάδα θα χρειαζόταν 33 φορές το εθνικό εισόδημα του 1946, αναζητώντας το απολεσθέν ΑΕΠ με εξωτερικό δανεισμό, ενώ η ενωμένη-δημοκρατική μετά το 1990 Γερμανία αρνείται την επιστροφή του κατοχικού δανείου.
Ο Γερμανός ιστορικός Albrecht Ritchl, ανέφερε ότι η Ελλάδα μπορεί να αξιώσει την καταβολή των οφειλόμενων ποσών, εάν η Γερμανία την πιέσει. Ο Γάλλος  οικονομολόγος Jacques Delpla το 2010, υπολόγισε το συνολικό οφειλόμενο ποσό εντόκως σε 575 δις ευρώ, ενώ άλλοι οικονομολόγοι το υπολόγισαν σε 1,1 τρις ευρώ εντόκως και παραπάνω.  Το  ποσό είναι άμεσα απαιτητό από τη Γερμανία, μετά την ενοποίηση Ομοσπονδιακής Γερμανίας και Λ.Δ.Γ. το 1990, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Η ελληνική κυβέρνηση δικαιούται να εγγράψει τη γερμανική οφειλή στις ανείσπρακτες οφειλές προς το ελληνικό Δημόσιο και στον Κρατικό Προϋπολογισμό, ως άμεσα απαιτητό ληξιπρόθεσμο χρέος και να προβεί σε ενέργειες για την είσπραξή του, έχοντας ως άμεσο αποτέλεσμα την μετατροπή του κρατικού προϋπολογισμού σε πλεονασματικό, με ολοσχερή εξάλειψη δημόσιου χρέους και μετατροπή του σε δημόσιο σωρευτικό πλεόνασμα, ενώ  η Γερμανία θα υποχρεωνόταν να εγγράψει στον κρατικό της προϋπολογισμό το οφειλόμενο δημόσιο χρέος προς την Ελλάδα, σύμφωνα με τους κανονισμούς της Eurostat.


* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική, μεταπτυχιακός φοιτητής οικονομικών και διοίκησης μονάδων υγείας) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα) , email nikokal02@yahoo.gr,website :  www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

Μέθοδοι οικονομικής αξιολόγησης προγραμμάτων και υπηρεσιών υγείας και ελληνική πραγματικότητα στην μεταμνημονιακή εποχή

Μέθοδοι οικονομικής αξιολόγησης προγραμμάτων και υπηρεσιών υγείας και ελληνική πραγματικότητα στην μεταμνημονιακή εποχή
         Των Καλλίνικου Νικολακόπουλου*  και Μαριγούλας Ζούπα** 5/3/2015
Η οικονομική αξιολόγηση προγραμμάτων και υπηρεσιών υγείας, συγκρίνει αναλύοντας δύο ή και περισσότερες εναλλακτικές ιατρικές παρεμβάσεις ή θεραπείες ως προς το κόστος πραγματοποίησής τους και τα αναμενόμενα αποτελέσματά τους. Με την επιχειρούμενη διαδικασία, αναμένεται να αναδειχθεί ο βαθμός αποκόμισης του μεγαλύτερου δυνατού οφέλους, από μια ιατρική παρέμβαση ή θεραπεία, με την ελαχιστοποίηση του κόστους πραγματοποίησής της. Ο σκοπός της πραγματοποίησης κοινωνικής και οικονομικής αξιολόγησης των υπηρεσιών υγείας, είναι να συμβάλει σημαντικά στη διαδικασία λήψης σχετικών αποφάσεων για την επίτευξη της αποδοτικότερης κατανομής πόρων στο σύστημα υγείας. Η εμφάνιση των μεθόδων οικονομικής αξιολόγησης, με σύγχρονη μορφή, ανάγεται χρονολογικά στη δεκαετία του 1950. Οι ευρύτερα χρησιμοποιούμενες βασικές μέθοδοι οικονομικής αξιολόγησης των προγραμμάτων και υπηρεσιών υγείας είναι :
- Η κοστολόγηση της ασθένειας (cost of illness)
- Η ανάλυση ελαχιστοποίησης του κόστους (cost-minimization analysis)
- H ανάλυση κόστους-αποτελεσματικότητας (cost-effectiveness analysis)
- Η ανάλυση κόστους-οφέλους (cost-benefit analysis)
- Η ανάλυση κόστους-χρησιμότητας (cost-utility analysis)
- Η ανάλυση κόστους-αποδοτικότητας (cost-efficiency analysis)
- Η ανάλυση κόστους-επιπτώσεων (cost-consequences analysis)

Κοστολόγηση της ασθένειας : Αυτή αποσκοπεί στον προσδιορισμό και την μέτρηση του συνολικού κόστους επιβάρυνσης της κοινότητας από μια συγκεκριμένη ασθένεια, δηλαδή το κόστος της ασθένειας που συνδέεται όχι μόνο με τη θεραπεία της αλλά και με εφαρμοζόμενα προγράμματα υγείας και ιατρικές πράξεις που σχετίζονται με αυτή.  Αυτό συμπεριλαμβάνει το άμεσο κόστος της ασθένειας που επιβαρύνει υπηρεσίες υγείας, κράτος και ασφαλιστικά ταμεία για την αντιμετώπισή της (μισθοί εξειδικευμένου προσωπικού, αναγκαίος τεχνολογικός εξοπλισμός, χρήση διαγνωστικών και θεραπευτικών μέσων κλπ), το άμεσο συμπληρωματικό κόστος που επιβαρύνει τους ασθενείς ως πρόσθετο κόστος που καταβάλλουν (πχ συμμετοχή στην αγορά φαρμάκων) και το έμμεσο κόστος ασθένειας που αφορά στη ζημιά που υφίσταται η κοινωνία και το οικονομικό-παραγωγικό σύστημα από την απώλεια λόγω της ασθένειας καθώς και στη ζημιά που υφίστανται οι ασθενείς και οι οικογένειες τους λόγω της αποχής από την εργασία εξαιτίας της. Υπάρχει ακόμη το κρυφό κόστος της ασθένειας, μη αποτιμώμενο οικονομικά, που αφορά στα φαινόμενα πόνου, δυσανεξίας, υποβάθμισης της ποιότητας ζωής και κοινωνικών και ψυχικών επιπτώσεων των ασθενών και του κοινωνικού τους περιβάλλοντος λόγω της ασθένειας.
Ανάλυση ελαχιστοποίησης κόστους : Σε αυτού του τύπου τις αναλύσεις συγκρίνονται υγειονομικές παρεμβάσεις, που έχει αποδειχθεί ότι είναι ίσης αποτελεσματικότητας.  Η σύγκριση των προγραμμάτων, πραγματοποιείται με βάση το κόστος τους και επιλέγεται το οικονομικότερο.  Η μέθοδος, αν και έχει το πλεονέκτημα της απλότητας, δεν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη γιατί οι συνθήκες όπου μπορεί να εφαρμοσθεί είναι περιορισμένες. Μειονεκτήματα της μεθόδου θεωρούνται η μη εξέταση των οφελών των προγραμμάτων υγείας, η χρησιμοποίηση της μόνο όταν τα συγκρινόμενα προγράμματα είναι ισοδύναμου οφέλους και ότι η επιλογή της πραγματοποιείται με μόνο κριτήριο την ελαχιστοποίηση του κόστους. Παράδειγμα ελαχιστοποίησης του κόστους δυνητικά, είναι η επιλογή της οικονομικά συμφερότερης θεραπείας για την αντιμετώπιση ενός συνδρόμου, με δεδομένο ότι όλες οι αξιολογούμενες θεραπείες έχουν την ίδια αποτελεσματικότητα αλλά και τις ίδιες παρενέργειες.
Ανάλυση κόστους-αποτελεσματικότητας : Αυτή υπολογίζει τα οφέλη των συγκρινόμενων υγειονομικών παρεμβάσεων σε όρους κλινικών αποτελεσμάτων (π.χ. ποσοστό επιτυχίας, επιμήκυνση χρόνου επιβίωσης, ποσοστό μετεγχειρητικών επιπλοκών, βαθμός υποχώρησης συμπτωμάτων κλπ). Το κόστος αποτιμάται σε χρηματικές μονάδες, ενώ η αποτελεσματικότητα υπολογίζεται  με βάση κοινές φυσικές μονάδες, όπως είναι οι ημέρες ελεύθερες από συμπτώματα κλπ. Αφού υπολογισθεί το κόστος και η αποτελεσματικότητα για δύο παρεμβάσεις Α και Β, υπολογίζεται το απαιτούμενο επιπλέον κόστος μιας επιπλέον μονάδας αποτελεσματικότητας με τον υπολογισμό δείκτη κόστους-αποτελεσματικότητας και ισούται με την διαφορά στα δύο κόστη διαιρούμενη με την διαφορά των δύο αποτελεσματικοτήτων. Στις περιπτώσεις που μια θεραπεία είναι αποτελεσματικότερη και χαμηλότερου κόστους, τότε θεωρείται ότι κυριαρχεί έναντι της άλλης. Π.χ. στην περίπτωση ύπαρξης δύο εναλλακτικών θεραπειών για τον καρκίνο Α και Β με κερδισμένα έτη ζωής 4 και 3 έτη κόστους 30.000 και 20.000 ευρώ αντίστοιχα, ο δείκτης κόστους-αποτελεσματικότητας είναι: CER= (30.000-20.000) / (4-3) = 10.000ευρώ.  Η κρίσιμη απόφαση είναι αν το όφελος του ενός έτους ζωής, δικαιολογεί το επιπλέον κόστος. Περιορισμός ή μειονέκτημα της μεθόδου θεωρείται ότι χρησιμοποιείται αποκλειστικά όταν τα συγκρινόμενα προγράμματα αφορούν στην ίδια νόσο, για να μπορούν τα αποτελέσματα τους να συγκριθούν ποιοτικά και η έκφραση τους στην ίδια μονάδα κλινικής αποτελεσματικότητας να έχει ουσιαστικό νόημα.
Ανάλυση κόστους-οφέλους : Αυτή σταθμίζει αν ένα θεραπευτικό πρόγραμμα είναι υλοποιήσιμο ή μη, προσδιορίζοντας το απόλυτο όφελός του.  Το αποτέλεσμα του προγράμματος, μετατρεπόμενο σε χρηματικές μονάδες, μας επιτρέπει να υπολογίσουμε το καθαρό χρηματικό αποτέλεσμά του (κέρδος ή ζημιά).  Αν το προσδοκώμενο όφελος είναι μεγαλύτερο του κόστους, τότε το πρόγραμμα θεωρείται υλοποιήσιμο.  Η μέθοδος αυτή μπορεί να συγκρίνει και προγράμματα διαφορετικών νόσων, λόγω της μέτρησης των ωφελειών με ομοιόμορφο τρόπο, προϋποθέτοντας την έκφραση των βελτιώσεων υγείας σε χρηματικούς όρους. Μειονέκτημα της μεθόδου αυτής είναι η δυσκολία μετατροπής του οφέλους σε χρηματικούς όρους. Σχετικά πρόσφατες πρόοδοι στην ανάπτυξη της μεθόδου της “προθυμίας πληρωμής”, έχουν επιτρέψει την περαιτέρω διάδοση της ανάλυσης κόστους-οφέλους. Στο παραπάνω παράδειγμα για τη θεραπεία του καρκίνου, θα έπρεπε να μετατραπούν τα οφέλη, δηλαδή τα κερδισμένα έτη ζωής, σε χρήμα και να συγκριθούν με το κόστος των θεραπειών, αποφασίζοντας ποια από τις δύο θεραπείες θα προτιμηθεί λόγω μεγαλύτερου οφέλους από το κόστος της. 
Ανάλυση κόστους-χρησιμότητας : Αυτή συνδυάζει τα πλεονεκτήματα των προηγούμενων μεθόδων, υπολογίζοντας το κόστος και το όφελος σε κοινούς όρους, που δεν είναι χρηματικές μονάδες, και επιτρέπει τον ορισμό των συγκρίσιμων προγραμμάτων σε όρους ερμηνεύσιμους με κλινικό τρόπο, αλλά και συγκρίσιμους μεταξύ διαφορετικών κλινικών παροχών ή νοσημάτων.  Η μέθοδος εκφράζει τα οφέλη σε όρους βελτίωσης του επιπέδου υγείας των ασθενών, θεωρώντας το ως συνάρτηση της επιμήκυνσης του χρόνου επιβίωσης και της βελτίωσης της ποιότητας ζωής του ασθενούς.  Ο συνδυασμός των δύο αυτών παραμέτρων παράγει μια νέα μονάδα μέτρησης: Ποιοτικά προσαρμοσμένα έτη ζωής (Quality-Adjusted Life Years) QALYs και υπολογίζεται από το γινόμενο των ετών ζωής επί την ποιότητα ζωής. Στο παράδειγμα των προγραμμάτων θεραπείας του καρκίνου αν η μία θεραπεία είχε 4 κερδισμένα έτη ζωής με ποιότητα ζωής 0,2 και η δεύτερη θεραπεία 3 κερδισμένα έτη ζωής με ποιότητα ζωής 0,6, τότε θα προέκυπτε ως αποτέλεσμα: 4Χ0,2=0,8 QALYs  και 3Χ0,6=1,8QALYs.  Συγκριτικά παρατηρούμε πως η ποιότητα της ζωής των ασθενών, που θα χρησιμοποιήσουν τη δεύτερη θεραπεία, θα είναι πολύ καλύτερη. Η ανάλυση κόστους-χρησιμότητας, παρά τα μεγάλα πλεονεκτήματά της, αναδεικνύει σοβαρά φιλοσοφικά, μεθοδολογικά και πρακτικά προβλήματα. 
- Ανάλυση κόστους-αποδοτικότητας : Λόγω της δυσχέρειας σαφούς προσδιορισμού και αξιολόγησης των οφελών από την εφαρμογή ενός προγράμματος υγειονομικής παρέμβασης, χρησιμοποιείται εναλλακτικά η τεχνική της ανάλυσης κόστους-αποδοτικότητας. Ο στόχος της είναι καθορισμένος και η εφαρμοζόμενη διαδικασία διερευνά την επιλογή του καταλληλότερου και αποδοτικότερου τρόπου επίτευξής του. Ως παράδειγμα, μπορεί να αναφερθεί ένα παρεμβατικό πρόγραμμα μείωσης της παιδικής παχυσαρκίας, όπου μπορεί να υπολογισθεί το συνδεόμενο με διαφορετικές εναλλακτικές πολιτικές κόστος επίτευξης του στόχου. Η ανάλυση αποσκοπεί στον υπολογισμό του οριακού κόστους, που σχετίζεται με την επιπρόσθετη μείωση της παιδικής παχυσαρκίας, ως αποτέλεσμα προοπτικής εφαρμογής διαφόρων εναλλακτικών προγραμμάτων.   
- Ανάλυση κόστους-επιπτώσεων : Αυτή αποτελεί μια ευρέως χρησιμοποιούμενη τεχνική προσδιορισμού του κόστους της ιατρικής παρέμβασης και διερεύνησης των περισσότερων δυνατών πλευρών των επιπτώσεων στην υγεία και την ποιότητα ζωής. Η διαφορετικότητά της, από τις αναλύσεις κόστους-αποδοτικότητας και κόστους-χρησιμότητας, συνίσταται στην μη σκοπούμενη συγκριτική αξιολόγηση και ταξινόμηση των αποτελεσμάτων σχετικά με άλλες εναλλακτικές παρεμβάσεις. Αυτή η τεχνική χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν αρκετές και σαφείς ενδείξεις της αποτελεσματικότητας, περιοριζόμενη σε ποιοτική αξιολόγηση των  αποτελεσμάτων. Η λήψη απόφασης, σε τεχνικές αναλύσεις τέτοιου τύπου, δεν βασίζεται σε μετρήσιμα ποσοτικά στοιχεία, αλλά σε αποτίμηση ποιοτικών χαρακτηριστικών που πραγματοποιείται από τους κατάλληλους επαγγελματίες της υγείας.

Η οικονομική κρίση, έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει τις αρνητικές συνέπειες για την υγεία και τα ποσοστά θνησιµότητας, κάνοντας σαφή την ύπαρξη θετικής συσχέτισης οικονομικής κρίσης και σοβαρών επιπτώσεων, τόσο στην ψυχική όσο και τη σωµατική υγεία των πολιτών. Σε περιόδους οικονοµικής κρίσης, δημιουργείται η ανάγκη έγκαιρων παρεμβάσεων για την προστασία του πολύτιμου αγαθού που λέγεται υγεία, με χρήση και των  κατάλληλων μεθόδων οικονομικής αξιολόγησης για μεγιστοποίηση των κοινωνικών ωφελειών από την καλύτερη και ορθότερη κατανομή των υπαρχόντων πόρων. Αυτό που χρειάζεται η Ελλάδα, είναι ένας καινούργιος σχεδιασμός της Υγείας συνολικά, ανατρέποντας τις τραγικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν από την εφαρμογή των καταστρεπτικών, αντικοινωνικών και νεοφιλελεύθερων πολιτικών, κατ’ επιταγή των ‘μνημονίων’. Ο μνημονιακός ολετήρας σχεδόν διέλυσε το όποιο κοινωνικό κράτος και το έστω στρεβλά δομημένο σύστημα υγείας κοινωνικής ασφάλισης (τύπου Bismark), που προϋπήρχε, προσπαθώντας να το μετατρέψει βαθμιαία σε πλήρως νεοφιλελεύθερο σύστημα υγείας. Είναι αναγκαία μια άλλη φιλοσοφία, που θα βασίζεται στη δημόσια και δωρεάν φροντίδα Υγείας καθολικής κάλυψης με αποκλειστική χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό, που θα είναι ποιοτικά αναβαθμισμένη και θα ανταποκρίνεται σε υψηλού επιπέδου standards.  

* Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική, μεταπτυχιακός φοιτητής οικονομικών και διοίκησης μονάδων υγείας) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα) , email nikokal02@yahoo.gr,website :  www.kallinikosnikolakopoulos.blogspot.com

** Νοσηλεύτρια – Φυσικός/Περιβαλλοντολόγος (πτυχιούχος φυσικού τμήματος Πανεπιστημίου Ιωαννίνων),  email :  maroulazoupa@yahoo.gr